Ἴσχανδροι καὶ Κωμαστές.

Μὲ ἴσχανδρους γιομίσανε
τῆς χώρας τὰ κουβέρνα,
ἀνδραποδίσαν τὸν λαό,
ἔλα Θεὲ κυβέρνα.

Κόραξ ὑδρεύει στὴν Βουλὴ
καὶ ὅλοι κορδακίζουν,
δὲν προλαβαίνουν οἱ θνητοὶ
τὰ δάκρυα νὰ σφουγγίζουν. Συνέχεια

Εἶμαι ἡ Ἑλλάς!

Εἶμαι ἡ Ἑλλάς!Τὰ παλληκάρια σφάζονται στὰ πόδια μου ἀβέρτα,
μπαταρισμένο τὸ σκαρὶ καὶ στέκω στὴν κουβέρτα.
Εἶμαι ἡ Ἑλλὰς καὶ στωϊκά, ἔμαθα νὰ προσμένῳ,
τὸν καπετάνιο τὸν καλό, τὸν χιλιομυρωμένο.
Ἀπὸ γενιὰ Ἀργοναυτῶν καὶ τῆς Ἀργοῦς τὴν χάρη, Συνέχεια

Μήπως ἀκούω τὸν πρωϊνὸ τὸν κτύπο ἀπ’ τὰ φτερά τους…

Μήπως ἀκούω τὸν πρωϊνὸ τὸν κτύπο ἀπ’ τὰ φτερά τους
ὅταν τὰ διδυμάρικα πουλιὰ ἀποχαιρετᾶνε
τὸν τόπο καὶ τὴ μοῖρά τους καὶ γιὰ τ’ ἀλλοῦ κινᾶνε;
Τάχα ὁ νοῦς κ’ ἡ σκέψη μου στριφογυρνᾶ κοντά τους;
Συνέχεια

Στὸν νεογέννητο Κωνσταντῖνο

Ἀπ’ τὸ γλυκό σου πρόσωπο πρώτη φορὰ δοσμένο
– πίδακα ἀστείρευτε ζωῆς, χαρᾶς βλαστάρι, κρίνε –
τῆς καθαρῆς ἀγνότητας τὸ φῶς μεταλαβαίνω
τὴν ἅγια τούτηνα στιγμή, μικρέ μου Κωνσταντῖνε.
Συνέχεια

Τὸ θέατρο

Δὲν ξέρω πῶς νὰ σοῦ τὸ εἰπῶ. Μὰ ὁ δρόμος, χθὲς τὸ βράδυ,
μὲς στὴ σταχτιὰ τὴ συννεφιὰ σὰ θέατρο εἶχε γίνει.
Μόλις φαινόταν ἡ σκηνὴ στ᾿ ἀνάριο τὸ σκοτάδι
καὶ σὰ σκιὲς φαινόντανε μακριά μου οἱ θεατρίνοι. Συνέχεια