Η μεγαλύτερη οργή κρύβεται στην σιωπή. Κάθεται σε μία πολυθρόνα έχοντας κλείσει τις βαριές κουρτίνες αφήνοντας έξω το καλοκαίρι. Σηκώνεται κάθε πρωί και καθώς χτενίζει με βία τα μαλλιά της βλέπει στην βούρτσα τις λευκές τρίχες, απόδειξη ότι χρόνο πολύ ακόμα δεν έχει να ορθωθεί ως πρέπει. Φτιάχνει καφέ χτυπώντας καλά το καφεκούτι υπολογίζοντας την αυριανή δόση και ανάβει τσιγάρο κοιτώντας τον απέναντι τοίχο που πάνω του χιλιάδες φορές έχει οργανώσει την Τελευταία της Έξοδο. Διαβάζει εφημερίδες σφίγγοντας κάθε φορά το στόμα στις φασιστικές δηλώσεις των καταδικαστών της και κλείνει την χούφτα της σε γροθιά κάθε φορά που βλέπει σε φωτογραφίες τα γελαστά γλοιώδη πρόσωπα των δημίων της.
Συνέχεια
Ἀρχεῖα ἐτικέττας: γκρέμισέ το τὸ ῥημάδι
«Τὸ ἀγοράζω!!!»
Μοῦ εἶπε ἕνα παιδὶ μόλις δώδεκα ἐτῶν πρὸ ἡμερῶν.
«Τὸ ἀγοράζω. Ὅ,τι θέλω τὸ ἀγοράζω. Λεφτὰ ἔχουμε!!!»
Ἡ συζήτησις περιεστρέφετο γύρω ἀπὸ τὸ ἐὰν εἶχε στόχους καὶ ποιούς.
Μοῦ μίλησε γιὰ κάποια πτυχία ποὺ θὰ ἤθελε νὰ ἔχῃ, μεγαλώνοντας, καὶ μόλις ἔφθασε στὸν βαθμὸ δυσκολίας, ποὺ ἴσως νὰ συναντοῦσε, στὴν διαδρομή του γιὰ τὴν λήψι αὐτῶν τῶν πτυχίων, ἀν τί νὰ μοῦ πῇ πὼς ἦταν διατεθειμένο νὰ προσπαθήσῃ καὶ νὰ καταβάλῃ τὸ ὅποιο τίμημα, μοῦ ἐδήλωσε θρασύτατα πὼς δὲν πρόκειται νὰ κοπιάσῃ, διότι λεφτὰ ἔχουν… «Τὸ ἀγοράζω. Ὅ,τι θέλω τὸ ἀγοράζω!!! Γιατί νά μήν ἀγοράσω καί αὐτά τά πτυχία;»
Σέ πορεία θανάτου
Τώρα ούτε να τρέξεις, ούτε να κρυφτείς δε μπορείς. Αυτό ήταν το αποτέλεσμα της ήσυχης αποδοχής σου για όλα τα μέτρα που σου επέβαλλαν. Σού πήραν όλα τα όπλα ενώ τα είχες στα χέρια σου. Τα παρέδωσες εσύ εις το όνομα της ειρήνης και της νοικοκυροσύνης. Να μην τρέξει σταγόνα αίμα αλλά ας χυθούν εκατομμύρια δάκρυα. Τα δάκρυα δεν πονάνε…έτσι νόμιζες. Τώρα ξεκινάει το πανηγύρι, ήσυχε συμπολίτη μου. Οι κακές Κασσάνδρες δεν ήταν για τα γούστα σου γιατί σου χαλούσαν την καθημερινότητά σου, τις κανονισμένες διακοπές σου, τις απλωτές και τις ξαπλωτές σου, το σίγουρο μέλλον σου. Συνέχεια Θάνατος ἤ θάνατος;
Σηκώσαμε πολλά φέρετρα αθώων τα τρία τελευταία χρόνια με το μυαλό μας, αλλά φαίνεται ότι πρέπει να σηκώσουμε με τα ίδια μας τα χέρια το φέρετρο που θα βγει από το δικιο και ιδιότητα. Έχει εργασία σίγουρη και φερετζέ κόμμα, έχει μισθό αιματοβαμμένο, έχει ονοματεπώνυμο και δεν είναι κανείς άλλος παρά μόνο ο διπλανός που κάνει μνημόσυνο για τον αθώο με δακρύβρεχτα κειμενάκια και μετά υπογράφει ειρηνικές καταδίκες αθώων γιατί «έλαβε εντολές». Ο δολοφόνος είναι αυτός που μπαίνει στα καφενεία και αναθεματίζει το κράτος για το κακό που βρήκε μια και δυο οικογένειες αλλά μετά περνάει από το γραφείο του κόμματος για να στηρίξει μόνο το τομάρι του.Ἡμερολόγιον στρατιώτου.
Ποιας χώρας είμαι κομμάτι; Αναρωτιέμαι συνέχεια και απάντηση δεν έρχεται από πουθενά. Γραφιάδες και εργολάβοι κάνουν ασκήσεις πια επί χάρτου σε αυτό το κομμάτι γης που στέκεται σαν βραχονησίδα μέσα σε μία γκρίζα ζώνη που από τη μια έχει το μέλλον και από την άλλη το παρελθόν. Και εγώ δεν ανήκω ούτε στο μέλλον ούτε στο παρελθόν. Στέκομαι εδώ άνευ ταυτότητας πλέον, να σέρνομαι σε δικαστήρια και να απολογούμαι που η μάνα μου κοιλοπόνεσε σε αυτή την γη και όχι σε άλλη.
Συνέχεια
Μὰ πρῶτα ἀπὸ ὅλα Ἄριστοι στὸ ἦθος!
Νὰ φτιάξουμε, λέει, τὴν δημοκρατία τῶν Ἀρίστων.
Ἤ, λέει, νὰ φτιάξουμε τὴν κοινωνία τῶν Ἀρίστων…
Νὰ φτιάξουμε γενικῶς καὶ τὴν δημοκρατία μας…
Γενικῶς ὅμως… Διότι στὸ εἰδικῶς κάπου χαλᾶ ἡ συνταγή…
Νά φτιάξουμε τί βρέ παιδιά; Τί;
Τί σημαίνει Ἄριστος; Γιατί δέν καταπιανόμαστε ἀπό τό ἁπλούστερον, γιά νά ξέρουμε τελικῶς καί τό τί πρέπει νά φτιάξουμε; Πῶς θά φτιάξουμε γεμιστά ἐάν δέν ἔχουμε ἀπό πρίν συγκεντρώσῃ ὅλα τά ὑλικά; Θά τρέχουμε καί δέν θά φθάνουμε;