Ματωμένον καλοκαίρι 1974

Φοροῦσα τὸ κοντόν μου παντελόνι

καὶ γεμᾶτος χαράν, ἐξεκίνησα νὰ πάω σχολεῖον.

Ἤμουν περίπου 15 ἐτῶν

καὶ ἡ ἡμέρα ἦτο ξεχωριστή. Συνέχεια →

Ὁ καλὸς ἄνθρωπος…

Ἑπτὰ ἐλέφαντες ἔχει ὁ κύριος Τζί,
μὰ ὑπάρχει κι ἕνας ὄγδοος ἐκεῖ.
Ἄγριοι εἶναι οἱ ἑφτά, ὁ ὄγδοος ἥσυχος,
κι ὅμως αὐτὸς τὸ κοπάδι φυλᾶ.
Πιὸ γρήγορα! καθαρίστε τὸ δάσος τοῦ Τζὶ
τώρα ποὺ εἶναι ἡμέρα, γιατὶ θὰ βραδιάσει σὲ λίγο!

Συνέχεια →

Ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ νέο βιβλίο τοῦ Δημητρίου Δεσποτάκη

« Ἄν ἔβγαλε ὁ νοῦς σου κάτι καλόν,

στάσου καὶ πᾶρε τὴν γλύκα ποὺ ἀφήνει καὶ μόνος χαίρου…

Οἱ ψίθυροι γύρω σου, Συνέχεια →

Πιότερος ὁ πόλεμος…

Τὸ μάτι σπίθισε
ἐπικίνδυνο, φλογισμένο
καὶ ὁ μαντατοφόρος
ποὺ χρόνια εἶχε βουτηχθεῖ
στὴν ἀσφυκτικὴ σιωπή
ἒστειλε τὸν μυρωμένο ἂνεμο
νὰ σιγομουρμουρίσῃ

 στοὺς συνοδοιπόρους
τῆς Λευτεριᾶς.
Συνέχεια →