Φοροῦσα τὸ κοντόν μου παντελόνι
καὶ γεμᾶτος χαράν, ἐξεκίνησα νὰ πάω σχολεῖον.
Ἤμουν περίπου 15 ἐτῶν
καὶ ἡ ἡμέρα ἦτο ξεχωριστή. Συνέχεια
Φοροῦσα τὸ κοντόν μου παντελόνι
καὶ γεμᾶτος χαράν, ἐξεκίνησα νὰ πάω σχολεῖον.
Ἤμουν περίπου 15 ἐτῶν
καὶ ἡ ἡμέρα ἦτο ξεχωριστή. Συνέχεια
Ἑπτὰ ἐλέφαντες ἔχει ὁ κύριος Τζί,
μὰ ὑπάρχει κι ἕνας ὄγδοος ἐκεῖ.
Ἄγριοι εἶναι οἱ ἑφτά, ὁ ὄγδοος ἥσυχος,
κι ὅμως αὐτὸς τὸ κοπάδι φυλᾶ.
Πιὸ γρήγορα! καθαρίστε τὸ δάσος τοῦ Τζὶ
τώρα ποὺ εἶναι ἡμέρα, γιατὶ θὰ βραδιάσει σὲ λίγο!
Συνέχεια
« Ἄν ἔβγαλε ὁ νοῦς σου κάτι καλόν,
στάσου καὶ πᾶρε τὴν γλύκα ποὺ ἀφήνει καὶ μόνος χαίρου…
Οἱ ψίθυροι γύρω σου, Συνέχεια
Ἦταν, αὐτὴ ἡ στιγμὴ
τὴν φυλάκισα στὸ βλέμμα
στὴν σκέψη
δικιά μου νὰ τὴν ἔχω
Συνέχεια
Τὸ μάτι σπίθισε
ἐπικίνδυνο, φλογισμένο
καὶ ὁ μαντατοφόρος
ποὺ χρόνια εἶχε βουτηχθεῖ
στὴν ἀσφυκτικὴ σιωπή
ἒστειλε τὸν μυρωμένο ἂνεμο
νὰ σιγομουρμουρίσῃ
στοὺς συνοδοιπόρους
τῆς Λευτεριᾶς.
Συνέχεια