Ὁ Πόλεμος.


Φοβούμενη ἡ Πηνελόπη ὅτι οἱ μνηστῆρες
θὰ θανατώσουν τὸν Τηλέμαχο ἄρχισε, γοερά,
νὰ τοὺς κακολογῇ καὶ νὰ τοὺς καταριέται. Τότε
ὁ Εὐρύμαχος τὴν ἐπλησίασε κι ἤρεμα
τῆς εἶπε· «Πηνελόπη, σὺ ποὺ εἶσαι φρόνιμη
κι ὁ νοῦς σὲ κυβερνᾶ, μὴ σὲ φοβίζουν τέτοιες σκέψεις.
Ὅσο ἐγὼ θὰ ζῶ καὶ θὰ μὲ βλέπῃ τῆς ἡμέρας
τὸ φῶς δὲ θὰ βρεθῇ ὁ ἄντρας ποὺ στὸν γιό σου θ’ ἀγγίξῃ
τὸ χέρι του, τὶ ἀλλοιῶς ἀπ’ τὸ σπαθί μου θ’ ἀναβλύσῃ
τὸ μαῦρο γαῖμα του ἂν τολμήσῃ κακεντρέχειες. Συνέχεια

Περὶ ἐρωτικῆς «ἀρετῆς»

Ἄνθρωπε,

ἔρωτας εἶναι αὐτὸ τὸ καλόπαιδον,

ποὺ σὰν θελήσῃ νὰ εἶναι πλάι σου,

σὲ κάνει νὰ χαμογελᾶς.

Μονάχα μὲ ἁπλότητα καὶ προσφορὲς πορεύεται

καὶ σοῦ ἀρκεῖ μιὰ ἀγκαλιὰ εἰς τὸ δείλι, Συνέχεια

Σ’ ἕνα σοκάκι τῆς Παροικιᾶς

Περπατοῦσα ἀνάμεσα σὲ φρεσκοβαμένα σπίτια,

στολισμένα μ’ ἀνθισμένες μπουκαβίλιες,

 μὲ γεράνια, βασιλικοὺς καὶ κάθε λογῆς μυρωδικά.

Ξέσερνε σὰν παλιοβάπορο ὁ νοῦς μου ἐδῶ,

εἰς τὰ καλντερίμια ἐτούτου τοῦ νησιοῦ

καὶ σκεφτόμουν τὰ λόγια ποὺ μοῦ ‘πε ἕνας φίλος, Συνέχεια

Περὶ ἀπωλείας

Ὁ Ἔρωτας ἔχει μίαν καὶ μοναδικὴν δύναμιν.

Τὴν ἐνέργεια τοῦ πάθους

Ἔρχεται σὰ ἥλιος φλογερὸς αὐτὴ

καὶ πανσέληνος γίνεται

ποὺ ἀρνεῖται νὰ παραδοθῇ Συνέχεια

Ἐὰν θέλω

Τί νὰ κάμω πιάς;

Μονάχα πιότερον κέρδος προσφέρω εἰς τὸν ἡγεμόνα

καὶ σκέπτομαι πὼς τίποτα δὲν δύναμαι ν’ ἀλλάξῳ.

Ἐὰν θέλῳ νὰ ζήσῳ ἐλεύθερος, Συνέχεια

Ῥακὶ τὴν αὐγή

Καρῖνες Ῥεθύμνου.

Δὲν ἐβάσταγα ἄλλο νὰ προσμένω

κι ἐπαὲ καθισμένος ἐχάζευα τὴν ἀκριοῥεματιά

κι ἔφευγε μετὰ ἡ θωριά μου,

ἐκειὰ εἰς τὰ ὑψηλὰ ὅρη ἀντίκρυ μου.

Λαλοῦσαν τὰ κοκκόρια πὼς ἔρχεται τὸ φῶς Συνέχεια