Στάλαξε βαρύς ὁ ἦχος τοῦ πολέμου
στὴ μουγγὴ φύση
καὶ στὴν ψυχὴ κατέβηκε
ἡ μελαγχολία πικρή.
Ἐξόριστος αὐτὸς ὁ τόπος
ἀπὸ τὴν εἰρήνη.
Συνέχεια
Στάλαξε βαρύς ὁ ἦχος τοῦ πολέμου
στὴ μουγγὴ φύση
καὶ στὴν ψυχὴ κατέβηκε
ἡ μελαγχολία πικρή.
Ἐξόριστος αὐτὸς ὁ τόπος
ἀπὸ τὴν εἰρήνη.
Συνέχεια
Τὰ πρῶτα κίτρινα φύλλα ἀναδεύονται
φέρνοντας ἂρωμα φθινοπώρου
Καὶ εἶναι αὐτὴ ἡ προσμονὴ
ποὺ πλανιέται καὶ ὑπόσχεται.
Συνέχεια
Ἡ Ποδάγρη ἦταν μία ἀπὸ τὶς Ἄρπυιες.
Ἀπὸ τὴν ἕνωσή της μὲ τὸν Ζέφυρο, ἔφερε στὸν κόσμο τὸν Ξάνθο καὶ τὸν Βάλιο, τὰ δύο ἀθάνατα ἄλογα τοῦ Ἀχιλλέως.
«τῷ δὲ καὶ Αὐτομέδων ὕπαγε ζυγὸν ὠκέας ἵππους Ξάνθον καὶ Βαλίαν, τὼ ἄμα πνοιῇσι πετέσθην, τοὺς ἔτεκε Ζεφύρῳ ἀνέμῳ Ἄρπυια Ποδάγρη βοσκομένη λειμῶνι παρὰ ῥόον Ὠκεανοῖο» Ἰλ. 16, 150 Συνέχεια
Ἡ μελαγχολία ἒχει καθίσει
ἀναπαυτικά, στὶς καρδιὲς
σ`αὐτόν τὸν παράξενο μικρό μας κόσμο.
Μὲ τὴν ἀσφαλή κάλυψη τῆς ἀδιαφορίας
ξεχάσαμε
ἀγνοήσαμε
παραβιάσαμε
ὃλα τὰ ἀνθρώπινα στοιχεῖα
ποὺ φώλιαζαν στὰ σπλάχνα.
Συνέχεια
Στὴν πέτρα σκάλισα τὸν ἣλιο
καὶ ὂρθωσα βουνὰ
στὸ κύμα τοῦ πελάγου
Συνέχεια

Σέρνονται στὶς σκιὲς καὶ ἀφουγκράζονται,
ἐνεδρεύοντας τοὺς πλανημένους,
ποὺ ἀκολουθοῦν τὸ μονοπάτι τῆς λήθης,
τοῦ φόβου καὶ τῆς ἀπληστίας.
Συνέχεια