Ξεκινοῦν τὰ ὄργανα. Δουλειὰ δὲν εἶχε ὀ διάολος… Ἢ ἄλλως… Σὲ δουλειὰ νὰ εὐρισκόμεθα…
Θὰ γελάσουμε, θὰ κλάψουμε, θὰ φτύσουμε, θὰ φωνάξουμε, θὰ βρίσουμε, θὰ ξεράσουμε… Θὰ νικήσουμε ἔτσι κι ἀλλοιῶς… Ἀλλὰ ἔως τὴν στιγμὴ τῆς νίκης, ἀπαιτεῖται κόπο, πόνος, αἷμα…
Τὰ δὲ δικαστήρια, ἐὰν ἀποφασίσουν νὰ δικάσουν κι ὄχι νὰ ἐξυπηρετήσουν, σὲ ἐργασία πλήρους ἀπασχολήσεως θὰ τεθοῦν! Θὰ ἀναζητοῦν οἱ δικαστὲς τὸν ἐλεύθερο χρόνο καὶ δὲν θὰ τὸν συναντοῦν ποὐθενά!
Εἴπαμε…
Μὲ τὰ κουδουνισμένα ποὺ μπλέξαμε, ὄρεξι νὰ ἔχουμε γιὰ τρέξιμο, κόπο καὶ ….χρῆμα νὰ πληρώνουμε!

Ἐμεῖς πληρώνουμε, ἐμεῖς ἔχουμε τὰ κουδουνισμένα στὴν διαχείρισι, ἐμεῖς εἴμαστε τὰ θύματα αὐτῆς τῆς ἱστορίας, ἐμεῖς πρέπει νὰ βγάλουμε τὸ φίδι ἀπὸ τὴν τρύπα, ἐμεῖς νὰ ἀναζητήσουμε τὰ «πῶς καὶ τὰ γιατί», ἐμεῖς νὰ ἐξετάσουμε, νὰ ἐρευνήσουμε, νὰ τιμωρήσουμε, νὰ ἀποφασίσουμε ἐὰν θὰ πληρώσουμε, πόσα καὶ σὲ ποιούς…


