Ἡ λέξη «σαμποτάζ» έχει σχέση μὲ ξύλινα παπούτσια (σαμπό, τσόκαρα), και ἀνεπτύχθη μέσα ἀπὸ τὰ ἐργατικὰ κινήματα τοῦ 19ου αἰῶνος. Ὅμως δὲν προήλθε ἀπὸ κάποια πρακτικὴ παλαιοτέρων ἐργατῶν νὰ πετοῦν τὰ παπούτσια τους σὲ μηχανήματα γιὰ νὰ φρακάρουν τὰ γρανάζια τους. Οὔτε καὶ ὑπάρχει κάποια ἀπόδειξη ὅτι πετάχτηκαν ποτὲ ξύλινα παπούτσια σὲ μηχανήματα.
Κατὰ τὸν J. Spargo (Syndicalism, Industrial Unionism and Socialism, 1913) ἡ γαλλικὴ λέξη sabotage ἐπινοήθη τὸ 1890 ἀπὸ τὸν ἀναρχικὸ Émile Pouget. Ἐνεφανίσθη γιὰ πρώτη φορὰ γραπτῶς σὲ μία ἔκθεση ποὺ ἔγραψε ὁ Pouget μαζὶ μὲ τὸν ἐπίσης ἀναρχικὸ Paul Delassale τὸ 1897 σὲ συνέδριο τῆς Συνομοσπονδίας Générale du Travail στὴν Τουλούζη. Συνέχεια
Ὁ Georges Sorel (1847-1922) ὑπῆρξε ἀπὸ τὶς γνωστότερες καὶ πλέον ἀμφιλεγόμενες ἠγετικὲς μορφὲς τοῦ Ἀναρχοσυνδικαλισμοῦ. Εἶναι πολὺ δύσκολο νὰ τοποθετήσῃ κανεὶς τὴν σκέψη του εἴτε στὸν γενικότερο χῶρο τῆς δεξιᾶς εἴτε στῆς ἀριστερᾶς εἴτε ὁπουδήποτε. Ῥιζοσπαστικὸς ἐπαναστάτης καὶ ταυτόχρονα μὲ μεγάλο σεβασμὸ γιὰ τὴν παράδοση, οἱ ἰδέες του ἄσκησαν γοητεία ὁμοίως σὲ μαρξιστές, σοσιαλιστές, ἀντι-σοσιαλιστές, μοναρχικούς, παραδοσιακούς, ἀναρχικούς, καὶ φασίστες.