Ἡ τιμὴ τῆς κάθε (ὄχι πουτάνας!) Ἄννας!

Ἡ τιμὴ τῆς κάθε (ὄχι πουτάνας!) Ἄννας!Εἰλικρινῶς, ξέρω πλέον ἀρκετὲς τέτοιες Ἄννες γιὰ νὰ μπορῶ νὰ σᾶς διαβεβαιώσω πὼς τὸ παρακάτω ἀληθεύει. 

Καὶ κάθε φορὰ ποὺ αὐτὲς οἱ Ἄννες πηγαίνουν μὲ κάποιον πελάτη,  ἕνα μαχαίρι μοῦ χώνουν στὴν καρδιά. 

Δὲν μπορῶ νὰ κάνω τίποτα γιὰ νὰ σώσω τὶς Ἄννες. Οὔτε γιὰ νὰ πάψω τὴν ἐμφάνισιν τέτοιων καταστάσεων. 

Μπορῶ ὅμως νὰ οὐρλιάξω γιὰ ἀκόμη μίαν φορά, ἀπευθυνόμενη σὲ κάθε θεὸ καὶ διάολο ποὺ ἐπιτρέπει νὰ συμβαίνουν αὐτὰ τὰ τερατουργήματα!

Τί θά γίνουν τά παιδιά τους;

Τί θά γίνουν τά δικά μας παιδιά;

Τί θά γίνουμε ὅλοι μας;
Μπορῶ νὰ τὸ δῶ καὶ διαφορετικῶς.. Πολὺ διαφορετικῶς… Ἔξω ἀπὸ συμπόνιες καὶ ἀνθρωπισμοὺς καὶ θλίψεις, ποὺ ὅμως κρατοῦν γιὰ λίγες μόνον στιγμὲς καὶ μετὰ λησμονήθηκαν, ὥς μὴ γενόμενες…. 

Η τιμη της Αννας

 Α/Τ Ομονοιας

Η ιστορια ειναι πραγματικη. Μου την αφηγηθηκε πελατισσα μου, μπατσινα που υπηρετει στο Α/Τ Ομονοιας.

Δευτερα βραδυ λεει η μπατσινα, ειχανε μαζεψει καμια δεκαρια πουτανες εξω απο ενα ξενοδοχειο της οδου Μενανδρου. Αναμεσα τους και την Αννα.

Την πεταξανε σ΄ενα κελι, μαζι με τις αλλες. Η ωρα 11:00.

Σε μιση ωριτσα πλακωσανε οι δικηγοροι. Μια – μια οι αλλοδαπες την εκαναν. Πληρωνανε οι νταβατζηδες τους.

Ξεμεινε η Αννα.

– Ο δικος σου ο δικηγορος?

– Δεν εχω δικηγορο…

Οι μπατσοι κατι μυριστηκαν. Εχουνε δει πολλα τα ματια τους. Την πηρανε την Αννα, την πηγανε στον αξιωματικο υπηρεσιας.

– Απο που ξεφυτρωσες εσυ?

Η Αννα κατι πηγε να ψελισει αλλα δεν της εβγαινε ηχος. Μονο ενα δακρυ. Κι αυτο στεγνο…

Η μπατσινα μου, που εκοβε χαρτοσημα στο γραφειο, επηρρεαστηκε. Ενταξει. Δεν ειναι και το πιο συνηθισμενο να βλεπεις ελληνιδες και καλοβαλμενες κοπελες σαν την Αννα, να κανουνε πιατσα στη Μενανδρου. Ασε που εκτος της ταυτοτητας, ειχανε βρει στο τσαντακι της και κατι φωτογραφιες. Κι αναμεσα στις αλλες φωτογραφιες, ενα βρεφος ολιγων μηνων.

– Το μωρο ποιανης ειναι?

– Δικο μου

– Ποσω μηνων?

– Εξη

– Και που το εχεις τωρα?

– Το φυλαει ο αντρας μου

– Και ξερει ο αντρας σου που γυρνας?

– Οχι δεν το ξερει…

Βουβαμαρα. Οι μπατσοι αλληλοκοιταζοντουσαν. Ητανε κι η πελατισσα μου, που την ειχε πιασει το μητρικο. Μανουλα κι αυτη.

Σηκωνεται, φερνει στην Αννα λιγο καφε.

– Γιατι ρε κοπελα μου?

Ετσι ξερα, ενα “Γιατι”. Και σαν τι αλλο να πεις?

Να πεις δηλαδη οτι η Αννα που ελιωσε βρακακια να σπουδασει Φιλοσοφικη Αθηνων κι εξον απο το ξευτιλισμενο το πτυχιο ειχε και ενα μεταπτυχιακο στην ιστορια της Τεχνης, δουλευε τωρα σε ενα πολυεθνικο σουπερ μαρκετ για 480 ευρω το μηνα? Κι επιπλεον την πιανουνε να καμεις πιατσα στα Χαυτεια? Στα κωλαδικα που πανε για να πηδηξουνε οι Πακιστανοι?

Πως να το πεις?

Γιατι αμα το πεις, ερχεται η σειρα του να ρωτησεις και για πιο λογο γινανε ολα αυτα? Και ποιος φταιει? Και μηπως φταις κι εσυ που γινανε ολα αυτα, οπως σκατα γινανε.

Και δεν το λες.

Λες μονον ενα ξερο “γιατι”, που μεσα στη γυμνια του, εναι ντυμενο ολα τα θανασιμα ερωτηματα αυτου του κοσμου…

Γιατι? Γιατι ετσι…

Γιατι πολυ απλα, τα 480 ευροπουλα που της δινουνε της Αννας οι πολυεθνικοι υπεραρπαγες δεν φτανουν ουτε για το νοικι με τα κοινοχρηστα. Γιατι ο αντρας της το εκλεισε το μαγαζι του και δεν λογιζεται ουτε ως ανεργος, για να του πετανε τουλαχιστον ενα επιδομα. Γιατι αν δεν πληρωνε το χαρατσι αυτο τον μηνα θα της κοβανε και το ρευμα.

Και πανω π ‘ολα γιατι η Αννα εχει ενα βρεφος εξη μηνων.

Που ξυπναει τις νυχτες και σπαραζει στο κλαμα, αμα δεν του εχουνε ετοιμο το αποστειρωμενο μπιμπερο με το γαλα. Και τι γαλα? Οχι το γαλα που πουλανε στα περιπτερα. Το αλλο το γαλα. Που ειναι για τα μωρα. Το ακριβον. Το Αλμυρον…

Γιατι τα βρεφη δεν μπορουνε να φανε ροβιθια ή φακες που φερνει καθε μεσημερι ο αντρας της απο τα συσσιτια της εκκλησιας. Ουτε να καταλαβουνε οτι σ’ αυτον τον κοσμο υπαρχουνε ανθρωποι που βγαζουν σε μια μερα τοσα ευροπουλα, οσα χρειαζεται μια οικογενεια για να ζησει ενα χρονο! Κι οτι αυτοι οι ιδιοι ανθρωποι, προκειμενου να βγαλουνε αλλα τοσα παραπανω [και τι να τα καμουνε γαμω την τρελα μου?] ειναι ικανοι να στειλουν στο θανατο χιλιαδες οικογενειες.

Οχι!

Τα βρεφη δεν τα καταλαβαινουνε αυτα.

Τα βρεφη διαθετουνε μονον τη σοφια της ζωης. Που λεει οτι καθε ανθρωπος που ερχεται σ αυτον τον κοσμο δικαιουται ενα μεριδιο στο φως, στην τροφη και στην ελπιδα…

Αυτο καταλαβαινουν τα βρεφη και αυτο ειναι που σε μαχαιρωνει στην καρδια, οποτε τ’ ακους να σπαραζουνε στο κλαμα απο την πεινα.

Και το Αλμυρον εχει λεφτα.

Πως να το αγοραασει η Αννα, που δεν εβισκε στο πορτοφολι της παρα μισο σεντ και δυο φωτογραφιες?

Τις φωτογραφιες της ζωης της, πιου δεν αξιζε πια ουτε ενα κουτακι αλμυρον.

Τη μικρη συσκευασια…

Κι ετσι η Αννα πηρε το τσαντακι της και την εκαμε για την οδο Μενανδρου. Τριαντα ευροπουλα ο πελατης. Εικοσι παιρνεις για το μουνι σου και δεκα δινεις στο ξενοδοχειο. Στηνεις κωλο στον πρωτο βρωμιαρη που θα στα δωσει και μετρας τις φτυσιες .

Ενας, δυο, τρεις πελατες και νατο το αλμυρον και νατα τα τσιγαρα. Σου μενει και κατι τις να αγορασεις ενα μπουκαλι κρασι να το πιεις με τον Αλεξανδρο σου [αλλος πτυχιουχος κι αυτος], να ξεχαστεις λιγακι.

Τριαντα ευρω.

Η τιμη της Αννας.

Και για να τα λεμε οπως ειναι, το ειχε ξανακαμει. Και μια και δυο φορες. Τη μια για να βγαλει τα κοινοχρηστα, την αλλη για να βγαλει το χαρατσι. Μαλιστα! Και ειχε ξαναβρεθει στο ξενοδοχειο της Μενανδρου και ειχε ξαναμετρησει φτυσιες στην ψυχη της.

Τριαντα ευροπουλα το γαμησι, δεκαπεντε η πιπα.

Στα ορθια. Και με τα ματια κλειστα για να μην της ερθει να ξερασει.

Ετσι ωμα, γιατι ετσι γινονται.

Κι επειδη στην Αληθεια, δεν μπαινει προφυλακτικο…

Μοναχα που τις αλλες δυο φορες δεν την ειχανε τσιμπησει οι μπατσοι. Τωρα ομως την επιασαν.

Και καθονταν η μπατσινα απο πανω της και δεν ηξευρε τι να πει η γυναικα.

Ο αξιωματικος υπηρεσιας, ξεστομισε μια βαρεια βρισια.

– Να χεσω που ειμαι ανθρωπος, ρε πουστη μου…

Μετα αλλαξε ενα βλεμμα με τους αλλους που ηταν εκει μεσα. Και με τη μπατσινα, που ετρωγε τα νυχια της απο τον καημο.

– Αστην να φυγει. Μην γραφεις τιποτα στο βιβλιο σμβαντων…

Η μπατσινα ευθυς πεταξε και στυλο και μολυβια. Βουτηξε την Αννα απο το μπρατσο

– Φευγα ρε κοριτσι. Καντηνε τωρα δα, Παρε την τσαντουλα σου και χασου…

Αλλα η Αννα τιποτα. Δεν κουνηθηκε καν

– Οριστε κυρια μου, μουγκρισε ο μπατσος. ειστε ελευθερη. Γυριστε στο σπιτι σας και μη σας ξαναπιασουμε στα μπουρδελα…

– Αειντε, γρηγορα πριν μας την πεσει κανενας μυστηριος και βρουμε τον μπελα μας…

Εκει η Αννα. Δεν ελεγε να σηκωθει απο το καθισμα.

Οι μπατσοι τα χασανε.

– Καλα δεν ακους?

– Ακουω

– Ε, τοτε τραβα σπιτι σου

– Δεν γυρναω σπιτι μου

– Τι μας λες ρε κοριτσι? Το χεις κουνημενο?

– Το μωρο μου πειναει, το καταλαβαινετε? Δεν προλαβα να παρω ουτε εναν πελατη. Δεν γυρναω σπιτι μου χωρις το αλμυρον… Δεν αντεχω ν ακουω το μωρο μου να σπαραζει στο κλαμα…

Ο αξιωματικος υπηρεσιας, βαρεσε μια γροθια στον αερα. Ε, και που να τη βαρεσει ο ανθρωπος?

Στα λαμογια? Στους γραβατοπειρατες? Στους τραπεζιτες? Στιςπολυεθνικες? Στα αφεντικα του? Στον διοικητη του? Στο στομαχι του?

Ή στο εικονισμα του Χριστου που δεσποζε απανω απο το γραφειο του.

– Ποσο καμει αυτο το γαμημενο το αλμυρον ρε Μαρια? {Μαρια λενε την πελατισσα μου}

– Κανα εικοσαρι…

Ο μπατσος εβγανε κι εριξε ενα ταλληρακι στο τραπεζι. Μετα ηρθανε κι οι αλλοι. Και η Μαρια, που της ειπε κι ολας της Αννας διανυκτερευον φαρμακειο για να το αγορασει.

– Οριστε. Μαζευτηκαν αρκετα… Θα χεις να παρεις και τσιγαρα… Φευγα και μην ξαναγυρισεις εκει ρε κοριτσι… Δεν λεει…

Η Αννα τα πηρε και την εκανε.

Για κεινο το βραδυ τουλαχιστον, ο Ανθρωπος ειχε ανεβασει την τιμη του…(Λευτέρης Πανούσης)

Τραγική ἡ Ἄννα;

Κυττᾶξτε…

Καιρὸς  εἶναι νὰ ξεχάσουμε ὅλα αὐτὰ ποὺ ξέραμε. 

Θὰ φανῶ σκληρή, ἀλλὰ πρέπει ἐπὶ τέλους νὰ ἀντιμετωπίσουμε  τὶς καταστάσεις ὅπως ἔρχονται κι ὄχι ὅπως θὰ θέλαμε νὰ ἔρχονται.

Γιατί ἡ κάθε Ἄννα νά ἀγοράσῃ τό κάθε ΑΛΜΥΡΟΝ;  Γιά νά μήν θηλάσῃ; Μὰ ἡ ἴδια ἡ φύσις προέβλεψε τέτοιες καταστάσεις. Ἐμεῖς γιατί τίς ἀγνοοῦμε; 

Καὶ μὴν βγῇ κάποιος νὰ σχολιάσῃ πὼς δὲν ἔχουν ὅλες οἱ μανοῦλες γάλα, διότι θὰ τοὺς παραπέμψω στὸν Ἑλληνικὸ σύνδεσμο γιὰ τὸν θηλασμό!! Ξέρω πολὺ καλὰ τὶ ἀκριβῶς ἰσχυρίζομαι! 

Ἡ Φύσις ἔδωσε στὴν γυναίκα-μάνα τὴν δυνατότητα νὰ θρέψῃ τὰ παιδιά της, τοὐλάχιστον ἔως τῆς στιγμῆς ἐκείνης ποὺ θὰ ἀποκτήσουν δόντια καὶ θὰ  τρῶνε μόνα τους. Κι ἐὰν ἐξαιρέσουμε κάποιες πάρα πολὺ εἰδικὲς περιπτώσεις, ναί, ἡ κάθε μάνα πρέπει νὰ παραμένῃ στὰ ὅσα ἡ φύσις τῆς χάρισε!

 Νὰ τὰ ἀπολαμβάνῃ καὶ νὰ τὰ μοιράζεται! Διότι εἶναι καὶ ἀπόλαυσις ὁ θηλασμός.

Ἀλλά τί ἄλλο μαθαίνουμε ἀπό τήν παραπάνω ἱστορία;

Εἶναι καλλίτερον νά ταΐσουμε σήμερα τόν πεινασμένο  μέ ἕνα δικό μας ψάρι πού μόλις ἁλιεύσαμε ἢ νά τόν μάθουμε νά ψαρεύῃ τά δικά του; Τί στό καλό; Γιά πόσον καιρό τό δικό μας καλάθι θά μπορῇ νά θρέψῃ πεινασμένους; 

Ναί, ἀλληλεγγύη. Ἀλλά σέ ποιόν; Στόν ἀνήμπορο; Στόν ἀσθενή; Ἢ μήπως στόν νέο κι ἀπελπισμένο; 

Τί κάνει ἐκεῖνος ὁ πατέρας τοῦ παιδιοῦ; 

Γιατί δέν πάει νά γίνῃ κι αὐτός ἐργάτης, ὅπως ἡ Ἄννα του; Τί στό καλό; Ὁ Πακιστανός μπορεῖ καί ὁ δικός μας ὄχι; Καί προτιμᾶ νά μήν γνωρίζῃ τί κάνει ἡ σύντροφός του καί μάνα τοῦ παιδιοῦ τίς νύκτες; Τί ἐπιλεκτικόν ἦθος εἶναι αὐτό;

Θά πεινᾶ τό παιδί μου καί δέν θά γυρίσω τήν Γῆ ἀνάποδα πρό κειμένου νά τό ταΐσω; Δέν θά καθαρίσω σκάλες; Δέν θά κουβαλήσω κιβώτια; Δέν θά κάνω κάθε δουλειά πρό κειμένου νά χορτάσῃ;

Ἔξω, στὸν δρόμο, εἶναι χιλιάδες οἱ ἄστεγοι! 

Εἶναι δυνατόν ὅλοι αὐτοί νά μήν ἔχουν ἕνα χωριό; Μίαν ῥίζα; Ἕναν γονέα ἢ ἕναν θεῖο ἢ κάποιον τέλος πάντων; Ναί, κάποιοι δὲν ἔχουν. Ναὶ κάποιοι εἶναι ἀνήμποροι, γερασμένοι, ἀσθενεῖς. Δὲν ἀναφέρομαι σὲ αὐτούς! Ἀναφέρομαι σὲ ὅλους τοὺς ἄλλους! ΣΕ ΟΛΟΥΣ!!!

Τί στό καλό ἔχουμε μέσα στό κεφάλι μας; Μόνον τήν αὐτοκτονία;

Δῆλα δή ἐάν μᾶς διαβεβαιώσῃ κάποιος πώς ΠΟΤΕ δέν θά ἐπανακτήσουμε κάτι ἀπό ὅσα εἴχαμε, τί θά κάνουμε; Θά βουτήξουμε στόν Σαρωνικό μέ μίαν πέτρα δεμένη στόν λαιμό μας; Καί γιατί δέν τό  κάνουμε τώρα; Τί ἐλπίζουμε; Τί περιμένουμε; 

Αὐτή ἡ Ἄννα φύτρωσε; Δέν ἔχει τίποτα πίσω της; Ἢ ἀκόμη ἐλπίζει;

Τί στό καλό κουβαλᾶμε μέσα στά κεφάλια μας; Τίποτα;

Τὸ κράτος ἐδῶ καὶ κάτι μῆνες μοιράζει χωράφια. Ποῦ εἶναι οἱ ἐνδιαφερόμενοι;

Οἱ πατᾶτες τοῦ Νευροκοπίου σάπιζαν, διότι κανεῖς ἐξ ἡμῶν δὲν μπῆκε στὸν κόπο νὰ πάῃ νὰ τὶς φέρῃ. Γιατί;

Ἡ Ἑλληνικὴ πρωτογενὴς παραγωγὴ ἔχει ξεκινήσει, δειλὰ ἀλλὰ σταθερά, τὰ πρῶτα της βήματα. Ποιός θά στήσῃ πλάτη; Αὐτοί πού μᾶς καταληστεύουν καθημερινῶς ἢ ἐμεῖς; Γιατί νά πάρῃ τόν Ἀλβανό ὥς ἐργάτη του ὀ γεωργός, ὁ κτηνοτρόφος ἢ ὁ ψαράς; Ποῦ πῆγαν οἱ Ἕλληνες;
Ξέρετε πόσοι γνωστοί μου ἔχουν ἐπιστρέψει στήν ἰδιαιτέρα τους πατρίδα;;  Γιατί; Αὐτοί δέν ἔχασαν σπίτια; Δέν ἔχασαν ἐργασίες; Βολές; Τί ἦταν; Πιό ἔξυπνοι ἢ πιό πραγματιστές;  

Ναί, πονάω γιὰ κάθε Ἄννα. Ἀλλὰ πρωτίστως  πονῶ γιὰ τὴν ὅλο καὶ μεγαλυτέρα μας ἠθική, οἰκονομικὴ καὶ κοινωνικὴ κατρακύλα. 

Ἂν καὶ γνωρίζω πὼς ἔτσι πρέπει νὰ γίνῃ, πονῶ! 

Πρέπει νὰ περάσουμε κι ἀπὸ αὐτὸ γιὰ νὰ μάθουμε ξανὰ νὰ σκάβουμε, νὰ ποτίζουμε, νὰ ὀργώνουμε, νὰ παράγουμε τροφή. 

Κρίμα στὰ πτυχία μας. Κρίμα.. Ἀλλά δέν εἶναι μεγαλύτερο τό κρίμα ὅταν θά ξυπνήσουμε ἕνα πρωΐ καί μέσα μας δέν θά βροῦμε ἴχνος συνειδήσεως;

Δὲν ξέρω.. Ἴσως νὰ εἶμαι ἐγὼ ἡ τρελλή… 

Ἀλλὰ, ἂν καὶ δὲν μοῦ ἀρέσῃ, σκέπτομαι πὼς ἴσως τελικῶς οἱ ἀστυνομικοὶ νὰ ἔκαναν μεγαλύτερον κακὸ στὴν Ἄννα, διότι τὴν ἄφησαν. 

Αὔριο ἡ Ἄννα θὰ τὸ ξανακάνῃ. Καὶ μεθαύριο τὸ ἴδιο. Καὶ παραμεθαύριο!

Κι ὅσο δὲν ἀποφασίζουν οἱ Ἄννες νὰ σταθοῦν μὲ ἄλλους τρόπους, ἀπὸ αὐτοὺς ποὺ ἔως τώρα γνώριζαν, στὰ πόδια τους, ναί… Ἄννες πουτᾶνες θὰ παράγουμε. Θὰ κάνουμε κι ἐξαγωγές, ὅταν ἀπαιτεῖται. 

Κι ἐὰν ἔτσι μᾶς πρέπῃ, τότε ἔτσι πρέπει νὰ γίνῃ.

Υ.Γ. Ἡ τιμὴ τῆς κάθε Ἄννας εἶναι ἀνεκτίμητη! Ἐκτὸς κι ἐὰν ἡ ἴδια τὴν εὐτελίζῃ! Κι ἐκεῖνο τὸ ἀνέκδοτον  «ἔγινα πουτάνα γιὰ τὸ παιδί μου» καιρὸς εἶναι νὰ πάψῃ! Πάντα ὑπάρχουν τρόποι. Ἀρκεῖ νὰ πάψουμε νὰ αἰσθανόμαστε ἐμεῖς ἐγκλωβισμένοι. Οἱ λύσεις πολλὲς φορὲς εἶναι ἐμπρός μας καὶ εἶναι ἁπλές. Βλέμμα χρειάζεται νὰ ἀλλάξουμε, ὄχι κάτι ἄλλο.

(Visited 377 times, 1 visits today)




Leave a Reply