Λόγος καὶ Λογοκρατία. (2)

 

Λόγος καὶ Λογοκρατία. (1)

 

Ὁ ἔλεγχος τοῦ Λόγου, δῆλα δὴ ἡ Λογοκρατία, ἔχει ὁδηγήσει σὲ ἐξανδραποδισμὸν τοῦ πνεύματος, τῆς σκέψεως καὶ τῆς ἐλευθερίας τοῦ  ἀνθρώπου. 
Αὐτονόητον γιά τήν Φύσιν τοῦ Ἀνθρώπου;
Ὄχι, ἀλλὰ συμβαίνει…

Ἡ Φύσις ἐπιτάσσει ἀριστεία… 
Κι ὅμως, πνίγοντας τὸν Λόγο ἐκπέσαμε σὲ μίαν ἄνευ προηγουμένου κατάστασιν δουλείας…
Ἀνατρέπεται;
Σαφῶς…. 
Ἀπόλυτα…
Ἀλλὰ χρειάζεται κόπος, πόνος καὶ αἷμα…

Ἄλλως τε ἡ ἀλήθεια πάντα πονᾶ.. Καὶ ὁδηγεῖ…

Λόγος καί Λογοκρατία (Μέρος 2/2)

 
 
“Αν Ερευνήση κάνεις συγκριτικά τά διάφορα λογοκρατικά φιλοσοφικά συστήματα, καπιταλιστικά καί μαρξιστικά, βλέπει, ότι παρά τις φαινομενικές διαφορές τους, όλα Ανεξαιρέτως παρουσιάζουν ένα κοινό παρονομαστή, κορυφαίο καί καθοριστικό: όδηγοϋν κατευθείαν στήν ύποβάθμιση του Ανθρώπου από τό έπίπεδο του homo sapiens στό έπίπεδο του homo oeconomicus, Από τό έπίπεδο τής πνευματικά αυτοτελούς καί ελευθερωμένης προσωπικότητας στό έπίπεδο του υλικά Εξαρτημένου δούλου, του πλάσματος δηλαδή Εκείνου πού έξαλλοτριώνει ο,τι Ανώτερο καί ίδεαλιστικό του χάρισε ή Φύση, προκειμένου νά «ώφεληθή», μέ τήν στενή έννοια τής λέξεως. Τά άτομα καί τά Έθνη πού ξεκινούν άπό τήν υλιστική άφετηρία του ωφελιμιστικού οίκοναμισμου, άδιαφορώντας γιά τΙς ύπερυλικές άλήθειες καί άξίες τής ζωής καί τής ίοτορίας, όχι μόνον εκπορνεύονται πολιτικά, άλλά καί μεταβάλλονται οέ Ιδεώδη «πρώτη υλη» γιά τούς έξουσιαστές του Κόσμου, μέ τήν όποία οί τελευταίοι χτίζουν τό διεθνές καταπιεστικό τους οικοδόμημα, άντλώντας τις στρατιές των «οικονομικών Ανδραπόδων» καί των ήθικά έξουδετερωμένων άτόμων και ΈΘνών πού τούς χρειάζονται γιά τή στήριξη καί διατήρηση τής κυριαρχίας τους.
 
Βασικός κοινός στόχος του ’Αστισμού, του Καπιταλισμού καί του Μαρξισμού είναι ό ήρωϊσμός, τό Ιδανικό αυτό καί ό τρόπος ζωής πού άπορρέει άπό τον Λόγο, αυτή ή έλευθερωμένη άντίληψη πού ώθεί τον άνθρωπο στον Ιδεαλιστικό άγώνα (πολιτικό, Επιστημονικό, πρακτικό, καλλιτεχνικό) πού βρίσκεται πέρα άπό κάθε άτομικισμό, οΐκονομίσμό και έξουοσιαστικότητα. Ό ’Αστοκαπιταλισμός και ό Μαρξισμός είδαν τον ήρωϊσμό σάν προϋπόθεση έλευθερώσεως, καί γι’ αυτό τον θεώρησαν σάν τον πιο έπικίνδυνο άντίπαλο του άνομολόγητου σκοπού τους, δηλαδή του σκοπου τής Παγκόσμιας Εξουσίας και άγωνίστηκαν γιά νά τον Εξαλείψουν άπό τή ζωή καί τήν Ιστορία, έπΐβάλλοντας άντ’ αύτου σάν άντίληψη καί πρακτική τήν λογοκρατική άνανδρία:
 
«Άμφότεροι είναι εξ ΐσου έχθρικώς διακειμενοι πρός τό μεγάλο άτομον, τόν πολιτικόν ή καλλιτεχνικόν ήρωα, οστις δαμάζων τάς ψυχάς παρασύρει εις κοινήν συγκίνησιν και κοινόν Ενθουσιασμόν. Αμφότεροι μισούν εξ ’ίσου τό αληθώς ελεύθερον άτομον, εκείνο οπερ νικά τήν χρονικότητα καί όμιλει μέ τό αιώνιον. Έχω ονομάσει όρθαλογιστήν τον άστόν και άντι-ηρωϊκόν. Είναι είς θέσιν νά χρσιμοποιῇ μόνον όρθολογιστικά καί άντι-ηρωικά μέσα, διά νά υποστήριξή τήν θέσιν του ή διά νά ευθυγράμμιση ενα ’Έθνος συμφώνως πρός τήν θέλησίν του« Ό πλούτος ένώ δύναται νά εξαγοράση ολας τάς μορφάς του σεβασμού δεν μπορεΐ δωρεάν νά εξασφαλίση καμμίαν.
 
»’Αστικός και κομουνιστικός ατομικισμός, άφ’ ής έμεγέθυναν τήν σημασίαν του μικρού ατόμου, κατ’ άνάγκην ύψωσαν τήν νομοτέλειαν (εν λογοκρατικόν ιδανικόν διαθέτον δύναμιν άντίστοίχον των φυσικών νόμων) . Ή νομοτέλεια διέπεται υπό τής Ιδέας καθ’ ήν ή ίστορία διαμορφώνεται όχι άπό τήν χαρισματικής προσωπικότητα του ένός, δήλαδή τού μεγάλου ατόμου, άλλα, από οικονομικούς μηχανισμούς, ενεργούντας δίκην φυσικών νόμων, τ.ε. από τήν αναγκαιότητα ·είς τήν Ιστορίαν. Ούτω πως ό ατομικισμός ο τρεφόμενος κατά του μεγάλου άτόμου προστάτευσε τα μικρά άτομα. Διό ορθώς άναφέρεται εις τήν ιστορίαν τού πνεύματος, οτι ό ατομικισμός συνδυάζεται πρός τήν γένεσιν μιας κοινωνίας ήτις υποθάλπει τήν αυθαιρεσίαν των μικρών άτόμων, άτινα τυγχάνουν μόνιμοι παράγοντες ασυμφωνίας καί διασπάσεως, άτόμων δυναμένων νά νοηθούν μόνον ως έμπορων, και οταν άκόμ,η δέν «έμπορεύωνται, εν τή επαγγελματική τής λέξεως εννοία (…).
 
»Τεχνητόν, μέτριον καί ξηρόν είναι τό υπό τό πρόσχημα τής ατομικότητας κατασκευαζόμενον μικρόν άτομον τής Λογοκρατίας έκ τής όποίας άρδεύουν τήν περί ιστορίας άντίληψίν των τόσον ή αστική οσον καί ή μαρξική κοινωνική θεωρία. Ό φιλελευθερισμός «έβιομηχανοποίησε τήν ελευθερίαν των μικροαστικως σκεπτομένον άτόμων, άπολυτρώσας δε κατ’ επίφασιν τό ατομον ύποδούλωσε τάς χειρας του εις τάς μηχανάς, αί οποΐαι όλοέν περισσότερον άποκλείουν τήν ‘άτομικήν σχέσιν τού εργαζομένου πρός το προϊόν τής εργασίας του, αποκλείουν τούτέστι τήν μετάβασιν άπολύτως άτομικών στοιχείων εις εκεΐνο, τό όποιον άλλοτε ήτο δημιούργημα όχι μόνον των χειρών, άλλα καί δημιούργημα τής ψυχής μας. Λογοκρατία, μηχανοποίησις, Ισότης ένωπιον του νόμου, πολιτική ελευθερία καί κατανάλωσίς συνιστούν τά βασικά χαρακτηριστικά τής «ανοικτής χοινωνίας» είς τήν 3ποχήν μας». 
 
Ή Λογοκρατΐα έχει ήδη πετύχει τόν εξουσιαστικό σκοπό γιά τον όποίο θεμελιώθηκα θεωρητικά και έφαρμόσθηκε πρακτικά. Όδήγησε τόν πνευματικό πολιτισμό στην παρακμή, Ισοπέδωσε καί υπέταξε τούς ανθρώπους μεταβάλλοντάς τους σέ μαζανθρώπους καί «καταναλωτικούς άνθρώπους», καί υποδούλωσε τά Εθνη στον μονοδιάστατο «τεχνολογικό πολιτισμό» και κατ’ έπέκταση στην Διεθνή Εξουσία πού τόν έλέγχει. Εξουδετέρωσε τις έλευθερωμένες ήρωϊκές προσωπικότητες, αντιτάσσοντας σ’ αυτές τΙς μάζες των άνικάνων καί των «τεχνοκρατών», και άντικατέστησε τήν Ιδέα τής δικαιοσύνης μέ τήν άφύσικη έξουσιαστική άρχή τής ισότητας. Αυτό πού παρατήρησε πριν άπό ενα σχεδόν αιώνα ό Φρειδερίκος Νίτσε για τό ιουδαϊκό πνεύμα —άλλο άν ό ίδιος αίχμαλωτίσθηκε άπό τή Λογοκρατία θεοποιώντας έξουσιαστικές, έπισης, «άξίες», δπως τήν θέληση, και ύποβιβάζοντας τήν άλήθεια άπό τό άπόλυτο έπίπεδό της —ότι δηλαδή «για τήν κατηγορία των άνθρώπων που ποθούν τή δύναμη ή παρακμή είναι μέσον, καί τούτοι οί άνθρωποι ένιδιαφέρονται ζωτικά νά άρρωστήσουν την άνθρωπότητα και νά άνατρέψουν μέ επικίνδυνη καί συκοφαντική σημασία τήν έννοια του καλού καί του κακοϋ, του άληθινού καί τού ψεύτικου», (α) έπαληθεύεται άπόλυτα στον σύγχρονο παρακμιακό λογοκρατούμενο Κόσμο του Άστοκαπιταλομαρξισμού. Ή άνθρωπότητα έχασε τήν έπικοινωνία μέ τήν άλήθεια καί τήν ήρεμη αύτάρκεια του μέτρου πού τής χάρισε ό όδηγός της, τό φωτεινό μετέωρο του Λόγου, στερήθηκε τον οίστρο του ιδεαλισμού και ήρωϊσμοΰ και ήδη διαλέγεται μέ τό Χάος, διαγράφοντας μιά πορεία πού δέν εχει άφετηρία, δεν εχει κατεύθυνση και δέν έχει φως.
 
Ή έπιβολή τής Λογοκρατίας, μέ τή μορφή άρχικά του θρησκευτικού δογματισμού, καί άργότερα μέ τή μορφή του οίκονομισμού (Αστικού, μαρξιστικού, καπιταλιστικού καί καταναλωτικού) καί των ύλιστικών λογοκρατικών ιδεολογιών, υπήρξε πραγματική συμφορά, θανάσιμο πλήγμα για τον όρθό τρόπο σκέψεως καί ζωής. Ό πολιτισμός κατεστράφη καί εκβαρβαρώθηκε, οί ϊδεαλιστικές άρετές εγιναν στόχος των δογμάτων του λογοκρατούμενου Κατεστημένου καί ύπέστησαν άνεπανόρθωτη φθοιρά άπό τό χυδαίο καί άδυσώπητο έξουσιαστικό καί οίκοναμιστικό του πνεύμα. Ή νεώτερη κοινωνία παρουσιάζει εικόνα πλήρους ιδιασπάσεως καί μεταμορφώνεται σ’ έναν άξιοθρήνητο και ευνουχισμένο συρφετό καρριεριστών, άπατεώνων, σαλταδόρων καί δούλων, πρόθυμων νά θυσιάσουν κάθε άξία καί τιμή στο βωμό τής λογοκρατικής σκοπιμότητας. Ό Διεθνισμός καί ό κοσμοπολιτισμός, σάν γνήσια τέκνα τής Λογοκρατίας, συμπληρώνουν τό εργο τής έξαρτήσεως καί τής ύποδουλώσεως όλόκληρης τής άνθρωπότητας στή Διεθνή Έξοοσία, ενώ ό Καταναλωτισμός, τό τελευταίο στάδιο τής Λογοκρατίας, κάλυψε μέ τό άγχος του καί τον σκοταδισμό του τήν αιώνια χάρη και τό αιώνιο φως τής άλήθειας.
 
Γιά νά θυμηθούμε καί πάλι τον Ευκλείδη, τόν άνυπέρβλητον αύτόν γίγαντα τής Επιστήμης, άς δούμε τί γράφει ό Γάλλος μαθηματικός καί φιλόσοφος, διευθυντής τής Ecole Normale Superieure του Παρισιού, Jules Tannery, εϊρωνευόμενος τις μάταιες παραχαρακτικές προσπάθειες των νεωτέρων μαθηματικών νά αναθεωρήσουν τήν Εύκλείδειο Γεωμετρία καί έλεεινολογώντας ταυτόχρονα τήν χαμερπή ωφελιμιστική Λογοκρατία πού εισέβαλε στό χώρο τής σύγχρονης Επιστήμης καί τήν κατάντησε υπηρέτρια τής έξουσίας καί τής οικονομίας:
 
«Πόσον θά είχομεν νά ώφεληθαμεν, εάν ήτο δυνατόν να έπαναφέρωμεν ·έκ τοΰ Υπερπέραν τόν Εύκλείδην μεταξύ· μας! Ό Ζευς, πατήρ άντρων τε θεών τε, είσήκουσε τήν παράκλησήν αυτήν των Ανθρώπων καί εδω,κε τήν άδειαν είς τον Εύκλειδην νά επανέλθη είς τήν γην. “Ωρισεν ώς συνοδόν του τον Ερρίκον Πουανκαρέ. Ό Ευκλείδης ακολουθών τήν γεωμετρίαν του καί τρέχων διά, του κενού ἔφΘασεν έκ του ούρανοΰ είς τό Βερολΐνον άστραπιαίως, οπου τον ύπεδέχθησαν μέ μεγάλον ενΘουσιασμόν. Έκεΐ του ένεχείρισαν τηλεγράφημα έκ Παλαιστίνης, διά του οποίου παρεκαλείτο νά μή ανακοίνωση δτι εφθασεν έξ ούρανοΰ άστραπιαίως, διότι τούτο άπαγορεύεται υπό· της γενικής θεωρίας τής σχετικότητος ίσχυριζομενης ότι δέν ύπάρχει ταχύτης μεγαλύτερα τής ταχύτητος του· φωτός.
 
»Έν τω μεταξύ ο Πουανκαρέ, όστις άπεφάσισε νά ταξιδεύση πρός τήν γην μή εύκλειδείως, επειδή επίστευσεν ότι αι μή ευκλείδειοι γεωμετρίαν είναι ισότιμοι πρός τήν εύκλείδειον, είχε φθάσει ε!ς τό νεφέλωμα της Ανδρομέδας καΐ ήθελεν ακόμη μερικά έοοατοιμμύρια ετη διά νά φθάση είς τήν γην μή ευκλειδείως. Ό Εύκλειδης άνεκηρύχθη είς τό Βερολίνον Γενικός Επιθεωρητής τών Μαθηματικών ολου τοΰ κόσμου καί άκολούβως μετέβη είς τήν Λειψίαν όπου έπρομηθεύθη παρά τοΰ έκδοτικοΰ οικου Β. G. Teubner τό περίφημον 6ι6λίον τοΰ Δανοΰ I. L. Heiberg «Τά στοιχεία τοΰ Εύκιλείδου».
 
»Μέ ἐφόδιον τό βιβλίον αυτό έπεσκέφθη τήν πόλιν Γκαίτιγκεν τής Γερμανίας καί ήρχισε τήν έπιθεώρησιν τών Πανεπιστημίων, οπότε έπληροφορήθη έκπληκτος τήν ΰπαρξιν μή εύκλειβείων γεωμετριών. Έκεί ελαβε γνώσιν δτι δ Γκάους δέν δημοσίευσε τίποτε τό σχετικόν μέ τάς γεωμετρίας αύτάς διά τόν φόβον τών κραυγών τών Βοιωτών καί εμεινε πολύ ευχαριστημένος οταν επληροφορήθη οτι είς τό 5ον αίτημά του περί παραλλήλων ευθειών είχε δοθή τιμητική θεσις είς τό σύστημα αξιωμάτων του Χίλμπερτ καί είπε: «Τι θά συνέβαινεν είς τόν κόσμον, άν δέν ειχε δοθή ή τιμητική αύτή θέσις!»
 
»Κατόπιν ερωτώ μένος κατά τήν διάρκειαν μιας έπιστημονΐκής δεξιώσεως άπήντησεν ως έξης: «θαυμάζω τό αξίωμα της συνεχείας των Dedekind – Cantor, τήν μέθοδον της τελείας επαγωγής των Μαυρολύκου — Pascal —- Bernoulli καί τήν τομήν του Dedekind περί άσυμμέτρων, τά όποΐα περιέχονται καί είς τά Στοιχεία μου!». Έν τω μεταξύ τό Σύμπαν διεστέλλετο διαρκώς καί ό Ευκλείδης ευρέθη είς τήν ανάγκην νά ερωτήση, που τέλος πάντων κειται τό κέντρον τοϋ αενάως διαστελλομενου σφαιρικού Σύμπαντος.
 
» Ακολούθως εξέφρασε τήν ανησυχίαν του, διότι ό Πουανκαρέ τρέχων μή εύκλεηδείως δεν είχεν άκόμη φθάσει εκ του Υπερπέραν. «Πώς είναι δυνατον νά συμβαίνη αυτό;» ερώτησε. «Εχω άκούσει οτι αί μή εύκλείδειοι γεωμετρίαι ισχύουν ιδιαιτέρως διά τάς μεγάλας άποστάσεις καί τά μεγάλα τρίγωνα!»
 
»”Όταν εδήλοσαν είς τόν Γενικών Επιθεωρητήν των Μαθηματικών ολου του κόσμου, δτι οί σημερινοί άνθρωποι μανθάνουν τήν γεωμετρίαν γιά να κερδίζουν τό ψωμί των καί όχι διά τήν διάπλασιν τής Ψυχή* των άνεπήδησεν ·από τό κάθισμά του, ανοιξε τούς μεγάλους οφθαλμούς του, τούς εκλεισε πάλιν καί είπε μονολογών: «Τί μεγάλαι μεταβολαί επήλθαν τώρα είς τήν ζωήν των ανθρώπων, ενώ προηγουμένως ό λαμπρός ήλιος τής Ελλάδος, αί διαυγείς γραμμαί των βουνών της, τό διαρκές γέλιο των θαλασσών της, οί περίλαμπροι ναοί, τά μεγαλοπρεπή αγάλματα, οί ποιηταί καί αί φιλοσοφικαί συζητήσεις, τά πάντα, τέλος, προσεφέροντο διά τήν αγωγήν των ανθρώπων».
 
 
 
Εδώ βρίσκεται το πρώτο μέρος: Λόγος καί Λογοκρατία (Μέρος 1/2)
Πηγή: Δημμήτρης Λάμπρου, ‘Αναζήτηση’, Δοκίμιο Ελληνικής Ιδεολογίας, Δαύλος 1981 (πηγή)
(Visited 135 times, 1 visits today)




Leave a Reply