Τὸ παρελθὸν, ὁπλίζει τὸ μέλλον…

Κοιτάω γύρω μου, τὴν Ἑλληνικὴ Φυλὴ πῶς μεταλλάχθηκε στοὺς αἰῶνες… Καὶ ὃμως, δὲν εἶναι μακρινὲς οἱ ἐποχὲς ποὺ περιγράφει παρακάτω ὁ Καρκαβίτσας.

Μέσα σὲ 50 σχεδὸν χρόνια, μᾶς ἒκαναν ὃση ζημιὰ δὲν κατάφεραν οἱ Τοῦρκοι σὲ τετρακόσια χρόνια σκλαβιᾶς. Μᾶς δίδαξαν νὰ περιφρονοῦμε τὸ παρελθόν καὶ νὰ ἀρνιόμαστε τὸ μέλλον. Ἒχουν τὸ σκοπό τους…

Τὸ παρελθὸν ἂδραξε ὁ Ρῆγας καὶ μὲ αὐτὸ ἀναθάρρεψε καὶ ὃπλισε τὶς ψυχὲς τῶν ὑπόδουλων Ἑλλήνων. Τὸ παρελθὸν ζωγράφισε στὴν Χάρτα του καὶ τὸ παρελθὸν ὓμνησε στὸν Θούρειο…

«Πῶς οἱ προπάτορές μας, ὀρμοῦσαν σὰ θεριά,γιὰ τὴν ἐλευθερία, πηδοῦσαν στὴ φωτιά.Ἒτσι κι ἡμεῖς, ἀδέλφια, ν’ ἀρπάξουμε γιὰ μιὰτὰ ἂρματα, καὶ νὰ βγοῦμεν ἀπ’ τὴν πικρὴ σκλαβιά…»

Τὸ παρελθὸν ἒπρεπε νὰ χτυπήσουν… γιὰ νὰ ἀδειάσουν τὴν φαρέτρα τοῦ Ἓλληνα, γιατὶ στὸ παρελθὸν προστρέχαμε πάντα καὶ ἀγαλλιάζαμε καὶ θεριεύαμε καὶ ὀρμάγαμε, περιγελῶντας τὴ ζωὴ καὶ τὸ θάνατο…

Καὶ ὑπακούσαμε… καὶ ἐκφυλιστήκαμε… καὶ χορτάσαμε ἀπὸ ἀνούσια λόγια, ἐμεῖς ποὺ δώσαμε οὐσία στὸ λόγο!

  Πανηγυρικὸ φῦλλο Ἐστίας, ἐν ὀψει τῶν Ὀλυμπιακῶν Ἀγώνων τοῦ 1896:
ΘΕΣΣΑΛΙΚΕΣ ΕΙΚΟΝΕΣ
 
ΤΟ ΠΑΛΕΜΑ
Τοῦ Ἀ. Καρκαβίτσα
«Κάτω στὸ Σάχη, στὸ ἰδιόχτητο χωριὸ τοῦ Νάσου Νοῦσα, τὸ πάλεμα εἶχαν μόνη διασκέδασὶ τους οἱ Καραγκούνηδες. Κάθε γιορτὴ καὶ σχόλη τῆς ἀνοίξεως, ὃταν ἠμποροῦσαν ν’ ἀφίσουν τὸ ἔργο τους τὸ βαρύ, νὰ παραδώσουν τὸ κατἀκοπο κορμὶ στὴν ἀναπαψι καὶ τὴν τυρανισμένη ψυχὴ τους στὴν χαρά, ἐσυνάζοντο ὃλοι νιοὶ καὶ νῆες, γέροντες καὶ γριές, παιδιὰ καὶ κορίτσα ἐπάνω στ’ ἁλώνι, ἐμπρὸς στὸ πυργωτὸ κονάκι τοῦ ἀφέντη κ’ ἔτσι διαλαλοῦσεν ὁ κήρυκας:-Ἀκοῦστε, χωριανοὶ κι’ ἂς λέει ὁ κόσμος!… Σήμερα παλεύει ὁ Μητρὸς Μποῦρας μὲ τὸ γιὸ τοῦ τᾶδε!… Κερνάει τ’ ἀφεντικὸ καὶ παίζουν τὰ τούμπανα!…Μία φορὰ ὅμως δὲν εἶπε «τὸ γιὸ τοῦ τᾶδε». Εἶπε τὸν Διονύση Χάλη. Ὁ Μητρὸς Μποῦρας ἧταν χωριανὸς καὶ τὸν ἐγνώριζαν ὃλοι. Ὅλοι ἤξευραν τῆς χῆρας τὸν ἀκρυβογιὸ καὶ τὸν ἀρρεβωνιαστικὸ τῆς Σμάλτως τῆς λεβεντονιᾶς. Ἦταν πρῶτος στὸ πάλεμα καὶ κανεῖς δὲν ἀποτολμοῦσε νὰ ἔβγη στ’ ἁλώνι μαζὶ του. Καὶ ἦταν γιὰ τοῦτο καύχημα τοῦ Σέχη καὶ ζωντανὴ ντροπὴ ὃλων τῶν ἄλλων περίγυρα χωριῶν. Ὁ Διονύσης Χάλης ὅμως ἦταν ἀπὸ ἄλλο σύνορο, πέρα ἀπὸ τὶς Σοφᾶδες καὶ κανεῖς δὲν τὸν ἤξευρε. Ἀκουστὰ τὸν εἶχαν μόνον πολλοί πὼς εἶνε φοβερὸς παλεστὴς καὶ ταίρι δὲν ἔχει στὸν κάμπο τὸν Λαρισινὸ καὶ τῆς Καρδίτσας τὸν κάμπο. Τὸν εἶδαν οἱ γέροντες οἱ φρόνιμοι καὶ ἀνατριχιασαν. Τὸν εἶδαν τὰ παλληκάρια κ’ ἐλύθηκαν τὰ γόνατὰ τους. […]-Μανά μου! Ἐψιθύρισε κ’ ἡ λεβεντονιά.Κ’ ἐχλωμιανε σὰν τὸ κερί!…Χτυποῦν τὰ τύμπανα καὶ φυσοῦν οἱ καραμοῦζες. Ἀναταράζεται ἡ γῆ καὶ ὁ ἀέρας πασίχαρος διαλαλεῖ τὸν λαμπρὸν ἀγῶνα. Κ’ ἐμπρὸς ἀνάμεσα στ’ ἁλώνι ποῦ ἐσχημάτισε στρογγυλοκαθισμένος ὁ λαός, φαίνονται οἱ δύο παλεστὲς γυμνοί, ὁλόγυμνοι. Μόνον τὸ κοντὸ πέτσινο βρακί, στὴ μέση δεμένο κομποθύλια, σκεπάζει τ’ ἀμελέτητα μέλη των. Κάτω ὅμως ἀπ’ αὐτὸ προβάλλουν λαχταριστὰ τὰ μηρία καὶ οἱ στρογγυλοὶ ἁρμοὶ τῶν γονάτων καὶ οἱ κνῆμες μεστωμένες καὶ τὰ τορνευτὰ σφυρὰ καὶ τὰ πλατεῖα ποδάρια τους. Κ’ ἐπάνω φαίνονται τὰ στήθη μάρμαρα καὶ οἱ ῥῶγες τῶν βυζιῶν χαλκοκόκκινες κάθονται στὰ γλυπτὰ στέρνα καὶ ἁπλώνονται ζερβόδεξα καμαρωτοὶ οἱ ὦμοι κ’ ἐπάνω στὰ χυτὰ λαιμοτράχηλα πυργώνεται τὸ κεφάλι σμιλευτό, μὲ τὰ κατσαρὰ μαλλιὰ καὶ τὸ μουστάκι στριμμένο. Οἱ βραχίονες σιγοτρεμάμενοι προδίνουν τοὺς χαλυβένιους μῦς καὶ τὰ νεῦρα τ’ ἀλύγιστα.

Ἔρχονται μέσα στ’ ἁλώνι καὶ χαιρετοῦν εὐγενικὰ μὲ τὸ κεφάλι τὸ λαὸ οἱ δύο παλεστές. Ἔνας χωριάτης χύνει ἀπὸ τὴ μαύρῃ στάμνα τὸ λάδι στὴ χοῦφτα τους. Κ’ ἐκεῖνοι ἀλείφουν μὲ τὸ λάδι τὰ στήθη, τοὺς βραχίονας, τὰ λαιμοτράχηλα, τὰ μηρία, ἕως κάτω στα σφυριά. Ἀλείφουν ἀκόμη καὶ τὸ πέτσινο βρακὶ τους… Ἔπειτα μὲ τὰ χέρια ῥιχμένα κάτω, σκάνε τὰ δάχτυλα τοὺς σὰν σκᾶστρες προκλητικά:

-Κραπ!…Κραπκραπ!…

Καὶ προβαίνουν ἔνας ἀπὸ τὴ μίᾳ πλευρὰ καὶ ἄλλος ἀπὸ τὴν ἄλλη ἀργοκίνητοι, βεργολυγιστοὶ μὲ βῆμα ἐλαφρὸ καὶ μεγαλοπρεπές, μὲ τοὺς μῦς τεντωμένους ὅλους, μὲ τὸ σῶμα ὀρθὸ καὶ ἀλύγιστό ποὺ λὲς τώρα θὰ ψηλώσουν στὸν οὐρανό. Ἀδιάφοροι στὸ σαχλολογοῦντα γύρω κόσμο, στρέφουν τὰ μάτια κάτω στὸν πράσινο κάμπο καὶ ἀντίπερα στὰ γαλανὰ νερὰ τῆς Γκοῦρας, σταυραετοὶ λες καὶ ἐκλέγουν τὴ βουνοκορφὴ ὅπου θὰ πετάξουν νὰ εὔρουν ποθητὸ συντροφο. Κ’ ἔπειτα μ’ ἓν’ ἄλλο προκλητικὸ κραπ!…κραπκραπ!… τῶν δαχτύλων, γυρίζουν ἀντιμέτωποι καὶ ῥίχνουν ῥᾴθυμα ἀλλὰ βαρεῖα τὰ χέρια ὁ ἔνας στὸν ὦμο τοῦ ἄλλου καὶ κυττάζονται ἄγρια, πεισμωμένα.

-Σ’ ἔφαγα!

-Σ’ ἔφαγα!

Ἀλλ’ ἀντὶ ν’ ἀλληλοφαγωθούν, ὅπως λέγουν, παραιτεῖ ὁ ἔνας τὸν ἄλλο ἐλεύθερο καὶ μ’ ἕνα κραπ!…κραπκραπ!… σύγχρονο καὶ προκλητικό, ἀρχιζουν πάλι τὴν ἀντιθέτη περιστροφὴ τούυ, μὲ τὸ ἴδιο βάδισμα καὶ τὴν ἴδια μεγαλοπρέπεια.

Καὶ τὰ τούμπανα χτυποῦν, φυσοῦν οἱ καραμοῦζες καὶ ὁ ἀέρας πασίχαρος διαλαλεῖ στα τετραπέρατα τὸν λαμπρὸν ἀγῶνα.

-Τῶρα δὲν ἔχει χωρατά!

-Δὲν ἔχει χωρατά!!

Οἱ δύο παλεστὲς ἁρπάχτηκαν στα χέρια. Ἐπάψαν πλέον τὰ χωρατὰ καὶ οἱ εὐγενικὲς θωπεῖες. Οἱ δύο λέοντές ποὺ ἔπαιζαν πρὶν κ’ ἐθωπεύοντο ξαπλωμένοι ἐπάνω στὴ ν παχεῖα χλωρωσά, κάτω ἀπὸ τὸν ἀνοιξιάτικο ἥλιο κ’ ἐδαγκώνοντο ἄκακα ἢ ἐγλείφοντο τρυφερά, ἀνάψαν τῶρα. Ἴσως ὁ πράσινος τάπητας, ὁ ζεστὸς ἥλιος ἴσως, ἐκέντησε τὸ λαθραῖα κρυμμένο στὴν ψυχὴ τους χτηνῶδες πάθος καὶ πέφτουν μανιωμένοι ἐναντίον ἀλλήλων. Ἀνήμερη χοχλάζει ἡ ψυχὴ τούς· σπίθες πετοῦν τὰ μάτια τους. Δὲν ἔχουν πλέον οἶκτο οὔτε ἔλεος!…

Οἱ δύο παλεστὲς ἁρπαγμένοι τῶρα ἀπ’ τοὺς ὤμους, στυλώνουν τὰ πόδια τους θεμελιωμένα στὴ γῆ, καμαρώνουν τὰ κορμιὰ τους ἐμπρὸς καὶ στέκουν ἀκίνητοι. Τὸ προσωπὸ τους ἤρεμο, δὲν δείχνει τὴν ἀγωνία τῆς ψυχῆς, οὔτε τῶν νεύρων τὴ μεγάλῃ προσπάθειᾳ. Κυττάζουν μόνον, ἀντίθετα κυττάζουν μὲ τὰ μάτια τους τὰ μεγάλα, τὰ ἐκπληχτικῶς ἀνοιχτά· πῶς κυττάζουν , πῶς ψαχουλεύουν τὸν ὁρίζοντα, να ἰδοῦν καὶ νὰ μετρήσουν σὲ ποῖον πλατὺν κάμπον ἢ σὲ ποία κυματούσα θάλασσα θὰ σφεντονίσουν ἀλύπητα τὸν ἀντιπαλὸ τούς.

-Δεν ἔχει χωρατά!

-Ὄχι, τῶρα δὲν ἔχει χωρατά!…

Ἔξαφνα ὅμως ἐξ ἐρριζώθηκαν τὰ δύο κορμόδεντρα. Ὁ Χάλης ἐγονάτισε μὲ τὸ ἕνα πόδι στὴ γῆ στρωμένο. Τὸ ἄλλο λυγισμένο στὸ γόνατο, γίνεται ἀκίνητο θεμέλιο τοῦ λοιποῦ σώματος. Καὶ μὲ τὰ χέρια τ’ ἄπλωτα, τοὺς μακροὺς καὶ χαλυβένιους βραχίονας, κολλητοὺς στὴ μέση τοῦ Μποῦρα, πάσχει νὰ τὸν φέρει κοντὰ του, νὰ τὸν λυγίσῃ, νὰ τὸν κρημνίσῃ προσπαθεῖ σωρὸ κουβάρι ἀπὸ πάνω του.

Ἐκεῖνος ὅμως σκυφτὸς ὀλίγο μὲ τό σθένος τῆς ψυχῆς καὶ τοῦ κορμιοῦ τὴ δυσκαμψία ὀπλισμένος, στέκει ἀκλόνητος σὰ βράχος κ’ ἐπικάθετ’ ἐπάνω του καὶ τὸν σπρώχνει μὲ τὸν βαρὺν ὄγκο τοῦ, κάτω νὰ τὸν κρημνίσῃ κάτω τ’ ἀνάσκελα, νὰ βάλῃ τὴ ῥάχη του στὸ χῶμα. Ἔτσι μόνον θὰ σημαδευθῇ ἡ νίκη του.

Ὁ λαὸς περίγυρα στρογγυλοκαθισμένος, ὁλόρθος εἴτε σκυφτός· οἱ νέοι καὶ οἱ γέροντες· τ’ ἀνήλικα παιδιὰ σερνικὰ καὶ θυλικά, κυττάζουν τοὺς δύο παλεστὲς μὲ φρίκη καὶ τρόμο. Εἶναι ἀληθινὰ ἐκεῖνος ὁ γονατιστός, ὁ Διονύσης Χάλης ὁ Σοφαδίτης! Κ’ εἶνε ὁ ἄλλος ὁ σκυφτός, σὰν βουνὸ ἐπάνω του ὁ Μῆτρος Μποῦρας ὁ χωριανὸς τους! Παλεύουν ἀλήθεια, ἄνθρωποι μὲ κρέατα καὶ κόκκαλα, ἐργάτες τοῦ χωραφιοῦ σὰν καὶ αὐτοὺς φτωχοὶ καὶ κακόμοιροι; Ἢ μήπως εἶνε δράκοι τῶν παραμυθιῶν, ἐκεῖνοι ποῦ παλεύουν για τῆς βασιλοποῦλας τὰ δροσάτα νιάτα; Ἢ μήπως τάχα εἶνε ὁ Διγενής, τῆς παραδόσεως ὁ τρομερὸς ἥρωας, ποὺ παλεύει μὲ τὸ Χάρο γιὰ τὴν ἀκριβὴ ζωὴ του;

Δὲν εἶνε ὄχι δράκοι· δὲν εἶνε οὔτε ὁ Διγενὴς κι’ ὁ Χᾶρος. Εἶνε οἱ δυὸ χωριᾶτες ὁλοζώντανοι, εἶναι ὁ Χάλης ὁ περίφημος καὶ ὁ Κράπας ὁ χωριανὸς τους. Καὶ δεν παλεύουν οὔτε για τὰ νιάτα τῆς βασιλοπούλας οὔτε για τὴν ἀκριβὴ ζωή. Παλεύουν καὶ ἀγωνίζονται για να τιμήσουν τ΄ὂνομα καὶ τὸ χωριὸ τους.

Ὁ Μῆτρος Μποῦρας ἐπάνω στὸν ἀντιπαλὸ του ξαπλωμένος βαρύς, μεγάλος, μὲ τὰ πόδια τυλιγμένα στὰ πόδια ἐκείνου, μὲ τὰ χέρια κολλημένα στὰ μεστᾶ λαιμοτράχηλα, φαίνεται Ἡρακλῆς ἀναπαυόμενος ἀπὸ τοὺς ἄθλους, ἐπάνω στὴ λεοντὴ τῶν θυμάτων του. Βλέπει γύρω τὸ λαό, τοὺς χωριανοὺς τοὺς γελαστοὺς νὰ τοῦ νεύουν ἐνθαρρυντικά, νὰ τὸν συμβουλεύουν γιὰ νὰ κρατῇ καλά, χάμω νὰ τὸν κρεμνίση στὸ χῶμα, νὰ δοξάσῃ τὸ χωριὸ καὶ τ’ ὄνομά του. Βλέπει ἀγνάντια τὴ Σμάλτω τὴ λεβεντονιὰ νὰ χαμηλώνη κατακοκκίνῃ τὰ μάτια στὸ βλέμμα του καὶ νὰ σιγοτρέμη σὰν καλάμι ἀπὸ τὴ συγκίνηση καὶ τὴ λαχτάρα. Βλέπει καὶ κάτω του ἀνάμεσα στὰ σιδερένια σκέλια του, κάτω ἀπὸ τὰ χαλυβένια παλαμοδάχτυλά του τὸν Διονύση Χαλὴ κατακόκκινον καὶ ἰδρωμένον, ξεθεώμενον, νὰ σπαράζῃ σὰν τὸ σφαχτὸ κάτω ἀπὸ τὸ βαρὺ γόνατο τοῦ σφάχτη καὶ συχνογελᾶ μὲ τὸν ἀνώφελον ἀγῶνα του. Τὸν βλέπει νὰ στριφογυρίζῃ τὸ κορμὶ σὰν ἐρπετό καὶ να ψαχουλεύῃ ἔδω κ’ ἐκεῖ μὲ τὰ χέρια τὸ γλιστερὸ κορμὶ του, στὰ μηρία του μέσα, στὶς κνῆμες κάτω κ’ ἐπάνω στὶς μασχάλες, στοὺς ὤμους καὶ τὰ λαιμοτράχηλα. Καταλαβαίνει πῶς μέρος ζητοῦν νὰ πιάσουν, νὰ γατζώσουν κάπου ἀξεκόλλητα, ὥςπου νὰ λυγίσουν στὴ γῆ χάμω τὸ ἀλύγιστο κορμί, εἴτε νὰ συνεπάρουν μαζὶ τους, μᾶζα λαχταριστὴ κρέατος καὶ κοκκάλων. Μάταια ὅμως ἀγωνίζονται. Πῶς καταντησες καϋμὲν Σοφαδίτη! Τὶ θὰ γένῃ τόρα τὸ ὄνομα τὸ ξακουσμένο στὴ Λάρισα καὶ στὰ Τρίκκαλα μέσα;

Ὁ Μῆτρος Μποῦρας γελᾷ καὶ ἀναπαύεται. Δὲν προσμένει τώρα παρὰ τὴν καταλληλη στιγμή ποὺ μ’ ἕνα ἐπιτήδειο ἀνασήκωμα, θὰ στείλῃ τὴ ῥάχη του νὰ φάγῃ χῶμα, νὰ δείξῃ φῶς φανερὰ στὸν κόσμο τὴ νίκῃ του. Γελᾷ καὶ ἀναπαύεται καὶ δὲν προσέχει τὰ ἐπίβουλα πασπατεύματα τοῦ ἐχθροῦ, ἀνάμεσα στὰ σκέλια του.

-Ἀχ! ἀντήχησεν ἔξαφνα φοβερὴ κραυγή.

Ἐσώπησε μὲ μιᾶς τὸ τούμπανο κ’ ἐβουβάθηκαν οἱ καραμοῦζες, λὲς καὶ νέκρα ἐπλάκωσε τὴν πλάσι.

Ὄχι, δὲν ἐπλάκωσε νέκρα τὴν πλάσι. Ὁ Μῆτρος Μποῦρας κείτεται βαρὺς στὸ χῶμα καὶ βογγομαχᾶ σὰν πληγωμένο ἀγριοδάμαλο.

-Ἀχ! ἐβγῆκε δυνατὸ καὶ ἀπὸ τὸ στόμα τῆς Σμάλτως τῆς λεβεντονιᾶς.

Καὶ τώρα κάτω στὸ Σέχη, στὸ ἰδιόχτητο χωριὸ τοῦ Νάση Νοῦσα, τὸ πάλεμα ἔχουν ἀκόμη μόνη διασκέδασί τους οἱ Καραγκούνηδες. Κάθε γιορτὴ καὶ σχόλη τῆς ἀνοίξεως, ὅταν ἠμποροῦν ν’ ἀφίσουν τὸ ἔργο τους τὸ βαρύ, νὰ παραδώσουν τὸ κατάκοπο κορμὶ στὴν ἀναπαψι καὶ τὴ βασανισμένη ψυχὴ τους στὴ χαρά, συνάζονται ὅλοι νέοι καὶ νῆες, γέροντες καὶ γριές, παιδιὰ καὶ κορίτσια ἐπάνω στ’ ἁλώνι, ἐμπρὸς στὸ πυργωτὸ κονάκι τοῦ ἀφέντη κ’ ἔτσι διαλαλεῖ ὁ κήρυκας:-Ἀκοῦστε χωριανοὶ κι’ ἂς λέει ὁ κόσμος!… Σήμερα παλεύει ὁ τᾶδε μὲ τὸν τᾶδε… Κερνάει τ’ ἀφεντικὸ καὶ τὰ τούμπανα παίζουν…
Μὴν ξεχνᾶτε ὅμως τὸ πάθημα τοῦ Μήτρου Μποῦρα!»

Ὁ Φιλόστρατος ἀναφέρει τὸ πολεμικὸ κατόρθωμα τῶν Ἀθηναίων τὸ 490 π.Χ. στὸν Μαραθῶνα ἐναντίον τῶν Περσῶν, ὡς ἐπικράτηση σχεδὸν σὲ ἀγῶνα πάλης «ὡς ἀγχοῦ πάλης» καὶ ὃτι στὶς Θερμοπῦλες τὸ 480 π.Χ. οἱ τριακόσιοι Σπαρτιᾶτες τοῦ Λεωνίδα σὰν ἒσπασαν τὰ δόρατα καὶ τὰ σπαθιά τους, ἒπεσαν ἐπάνω στοὺς ἐχθρούς τους μὲ γυμνά χέρια…

«ΑΠΟ ΟΛΑ ΤΑ ΑΓΩΝΙΣΜΑΤΑ ΤΩΝ ΟΛΥΜΠΙΑΚΩΝ ΑΓΩΝΩΝ ΤΟ ΚΑΛΛΙΤΕΡΟ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΑΝΔΡΕΣ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΠΑΓΚΡΑΤΙΟ» Φιλόστρατος, Ἀθῆνα, 170 μ.Χ. – 244-249 μ.Χ

Βιβλιογραφία  
Ἐστία, ἀρ. φύλ. B’ ΠΑΝΗΓΥΡΙΚΟ ΦΥΛΛΟ, 30.3.1896 
Ἀριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης (ψηφιοθήκη)
invenio.lib.auth.gr 

mousa.gr

 Είκόνες
wrestller.blogspot.gr
ekati-e.blogspot.gr
body-training.gr

(Visited 22 times, 1 visits today)




One thought on “Τὸ παρελθὸν, ὁπλίζει τὸ μέλλον…

  1. Αὐτόματη εἰδοποίηση σύνδεσης: Τὸ παρελθὸν, ὀπλίζει τὸ μέλλον… « Φιλονόη καὶ φίλοι……

Leave a Reply