Φιλοπατρία Ἀγησιλάου

Μία ἀκόμη ἀρετὴ τοῦ Ἀγησιλάου: ἡ φιλοπατρία του.

Θὰ μακρολογοῦσα βέβαια νὰ γράψω γιὰ κάθε περίπτωση χωριστὰ σὲ ποιὸν βαθμὸ ἀγαποῦσε τὴν πόλη του. Πιστεύω λοιπὸν ὅτι δὲν ὑπάρχει τίποτα ἀπ’ ὅσα εἴχαν, ποὺ νὰ μὴν ἐνισχύῃ αὐτὴν τὴν ἄποψη. Κοντολογὴς ὅλοι ξέρουμε καλὰ ὅτι ὁ Ἀγησίλαος σὲ ὁποιανδήποτε περίπτωση ἐπίστευε ὅτι θὰ ὠφεήση τὴν πατρίδα, δὲν ἐλογαρίαζε τοὺς κόπους, δὲν προσπαθοῦσε ν’ ἀποφύγῃ τοὺς κινδύνους, δὲν έλυπᾶτο τὰ χρήματα, δὲν εὕρισκε ὡς δικαιολογία τὴν σωματική του κατάσταση, οὔτε τὰ γεράματα, ἀλλὰ ἐπίστευε ὅτι αὐτὸ εἶναι τὸ καθῆκον τοῦ σωστοῦ βασιλέως, νὰ κάνῃ ὅσο περισσότερα καλὰ μπορεῖ σ’ αὐτοὺς ποὺ κυβερνᾶ.

Ἐγὼ συγκαταλέγω ἀκόμη καὶ αὐτὴν στὶς πιὸ σημαντικὲς εὐεργεσίες πρὸς τὴν πατρίδα του, ὅτι δηλαδὴ εἶχε τὴν πιὸ μεγάλη δύναμη στὴν πόλη του καὶ ὅμως ἀληθινὰ ἐσέβετο ἀπολύτως τους νόμους. Ποιὸς λοιπὸν θὰ ἤθελε νὰ μὴν πειθαρχῇ στοὺς νόμους, τήν στιγμὴ πού ἔβλεπε νὰ πειθαρῆ ὁ βασιλεύς; Καὶ ποιὸς θά  ἐπεχειροῦσε νά ἐπιφέρῃ μέ τήν βία κάποια πολιτικὴ ἀλλαγή, ἐπειδὴ ἐπίστευε ὅτι ἔχει λιγότερα ἀπ’ ὅσα δικαιοῦτο, ὅταν ἤξερε ὅτι ὁ βασιλεύς κυβερνᾷ συμφώνως μὲ τοὺς νόμους;

Ὁ ἴδιος ἀκόμη καὶ στοὺς πολιτικούς του ἀντιπάλους ἐφέρετο ὅπως ἕνας πατέρας στὰ παιδιά του. Τοὺς ἐμάλωνε ἀπὸ τὴν μία γιὰ τὰ λάθη τους, τοὺς ἐπαινοῦσε ὅμως ἀπὸ τὴν ἄλλη, ἐὰν ἔκαναν κάτι καλό, τοὺς ἐβοηθοῦσε εἰς περίπτωσις ποὺ τοὺς ἔρχετο κάποιο κακό, χωρὶς νὰ θεωρῇ ἐχθρὸ κάποιον συμπολίτη του, καὶ ἐπιθυμοῦσε ὅλους νὰ τοὺς ἐπαινῇ, γιατί εἶχε τὴν γνώμη ὅτι εἶναι ὄφελος γιὰ τὴν πατρίδα νὰ εἶναι ὅλοι ζωντανοὶ καὶ τὸ θεωροῦσε ἀπώλεια, ἐὰν πέθαινε ἔστω καὶ ἕνας ἀσήμαντος. Πράγματι ἐλογαρίαζε ὅτι ἡ πατρὶς θὰ εἶναι πάντα εὐτυχισμένη (θὰ διοικεῖται πάντα σωστά), ἐὰν οἱ συμπολῖτες του συνεχῶς τηροῦν μὲ ἠρεμία τοὺς νόμους καὶ ἰσχυρή, ὅταν οἱ Ἕλληνες κρίνουν μὲ σύνεση τὰ πράγματα.

Ἐὰν βέβαια εἶναι δίκαιο ἕνας Ἕλλην νὰ εἶναι καὶ φιλέλλην, ἐγνώρισε κάποιος ἄλλον στρατηγὸ πού νά μήν θέλῃ νά πάρῃ κάποιαν πόλη, ὅταν πιστεύῃ ὅτι θὰ τὴν λεηλατήσῃ, ἢ νὰ νομίζῃ καταστροφὴ τήν νίκη του σὲ πόλεμο μὲ τοὺς Ἕλληνες;

Ἐκεῖνος λοιπὸν , ὅταν ἔφθασε ἡ εἴδησις ὅτι στὴν μάχη τῆς Κορίνθου ἐφονεύθησαν ὀκτὼ Λακεδαιμόνιοι καὶ σχεδὸν δέκα χιλιάδες ἀντίπαλοι, πράγματι ὄχι μόνο δὲν ἐχάρη, ἀλλὰ εἶπε: «Ἀλοίμονο, Ἑλλάδα, γιατί οἱ τωρινοὶ νεκροί, ἐὰν ζοῦσαν, μποροῦσαν νὰ νικήσουν μὲ πόλεμο ὅλους τους βαρβάρους».

Καὶ ὅταν βέβαια οἱ ἐξόριστοι ἀπὸ τοὺς Κορινθίους τοῦ εἶπαν ὅτι θὰ παρεδίδετο ἡ πόλις τους, φανερώνοντάς του τοὺς τρόπους, μὲ τοὺς ὁποίους εἶχαν τὴν ἐλπίδα ὅτι θὰ καταλάβουν τὰ τείχη, ἐκεῖνος ἠρνήθη νὰ κάνῃ ἐπίθεση ὑποστηρίζοντας ὅτι δὲν εἶναι σωστὸ νὰ ὑποδουλώνονται οἱ ἑλληνικὲς πόλεις, ἀλλὰ νὰ συνετίζονται. Καὶ εἶπε: «ἐὰν θανατώσουμε, ὅσους ἀπὸ τοὺς δικούς μας κάνουν λάθη, τότε πρέπει νὰ προσέξουμε μήπως δὲν θὰ ὑπάρχη πιὰ ἔστὧ κι ἕνας, μὲ τὸν ὁποῖο θὰ μπορέσουμε νὰ νικήσουμε τοὺς βαρβάρους.

Καὶ ἐὰν πάλι εἶναι δίκαιο νὰ μισῇ κάποιος τοὺς Πέρσες, γιατί καὶ ὁ παλαιότερος βασιλεὺς ἔκανε ἐκστρατεία, γιὰ νὰ ὑποδουλώσῃ τὴν Ἑλλάδα, καὶ ὁ τωρινὸς κάνει συμμαχία μὲ ὅποιους νομίζει ὅτι θὰ τῆς κάνουν μεγαλύτερο κακὸ καὶ δωροδοκεῖ ἐκείνους ποὺ πιστεύει ὅτι θὰ τὰ πάρουν καὶ θὰ φέρουν μεγάλες συμφορὲς στὴν Ἑλλάδα, καὶ διαπραγματεύεται τὴν εἰρήνη, ἐξ αἰτίας τῆς ὁποίας πιστεύει ὅτι θὰ ξεσπάση πολὺ μεγάλος πόλεμος μεταξύ μας, αὐτὰ ὅλοι τὰ βλέπουν. Φρόντισε ὅμως ποτὲ κανεὶς ἄλλος, ἐκτὸς ἀπὸ τὸν Ἀγησίλαο, ἢ νὰ ἀποσκιρτήσῃ κάποιο ἔθνος ἀπὸ τὸν Πέρση βασιλέα καὶ νὰ μὴν ἀφανισθῇ μὲ κάθε τρόπο νὰ δημιουργῇ προβλήματα, ὥστε νὰ μὴν μπορῇ αὐτὸς νὰ ἐνοχλῇ τοὺς Ἕλληνες; Ὁ ἴδιος καὶ ὅταν ἀκόμη ἡ πατρὶς του πολεμοῦσε ἐναντίον τῶν Ἑλλήνων, δὲν ἀδιαφόρησε γιὰ τὸ κοινὸ συμφέρον τῆς Ἑλλάδος, ἀλλὰ ἐξεκίνησε μὲ τὸν στόλο του, γιὰ νὰ κάνῃ ὅση ζημιὰ μποροῦσε στὸν βάρβαρο.

Ξενοφών, Ἀγησίλαος, 7.1–7.7

*~*~*~*~*~*~*~*~*~*~*~*

Ἄγαλμα τοῦ Ξενοφῶντος ἔξω ἂπὸ τὸ κτίριο τοῦ κοινοβουλίου στὴν Βιέννη.

Πανορμίτης Σπανὸς

(Visited 84 times, 1 visits today)




Leave a Reply