
Πῆγε ὁ καλὸς ὁ ἄνθρωπος στὴν τράπεζα καὶ περίμενε στὴν σειρά του γιὰ νὰ ἐξυπηρετηθῇ.
Ἰατρὸς ὁ καλὸς αὐτὸς ἄνθρωπος, κάπου στὴν Θεσσαλονίκη.
Ἔξαφνα, ἕνας μαυροῦκος εἰσβάλλει, παρακάμπτει τὴν οὐρά, καὶ στρώνεται πρῶτος καὶ καλλίτερος ἐμπρὸς στὸ ταμεῖον.
Ὁ καλὸς ἄνθρωπος ἐθύμωσε.
«Σὲ παρακαλῶ πολύ, πήγαινε πίσω καὶ νὰ περιμένῃς τὴν σειρά σου!», εἶπε.
«Εἶσαι ῥατσιστής» ἄρχισε νὰ οὐρλιάζῃ ὁ μαυρούλης.
«Ὄχι, δὲν εἶμαι ῥατσιστής», ἀπαντᾶ ὁ καλὸς ἄνθρωπος. «Διαμαρτύρομαι γιὰ τὸ ὅ,τι μοῦ πῆρες τὴν σειρά μου κι ὄχι γιὰ τὸ χρῶμα σου!»




