Επιστρέφοντας από την πόλη στο οικοσύστημα νιώθεις και καταλαβαίνεις ξεκάθαρα πόσο μάταιο και αταίριαστο σε ευφυές ον είναι όλο αυτό που κάνει ο άνθρωπος και έχει καταντήσει έτσι την ζωή του.
Στέκεσαι επιτέλους παραέξω, μεσημέρι με λιακάδα, ανάμεσα στο βουητό των μελισσών που επισκέπτονται τα κίτρινα ανθάκια της ξινίθρας και αναθυμάσαι το βουητό της πόλης, που δουλεύει με γρανάζια ανθρώπινα, μια μηχανή κυκλοφορίας του χρήματος είναι, τότε καταλαβαίνεις πόσο λάθος, πόσο ακαλαίσθητο και πόσο παρωχημένο είναι πια όλο αυτό το πράγμα που ρουφάει τις ζωές των ανθρώπων. Συνέχεια →