
Γειά σου καὶ πάλι ἑλληνάκο… Ξέρω πὼς δὲ σοῦ ἔλειψα. Ξέρω πὼς θὰ ἔκανες τὰ πάντα γιὰ νὰ μ’ ἀποφύγῃς. Ἦλθα πάλι σὰν τὴν τσουκνίδα νὰ σὲ τσούξω. Ἴσως νά ‘ναι κι ἡ τελευταία φορά. Γι’ αὐτὸ θὰ σὲ τσούξω λίγο παραπάνω.
Ἄκου ἑλληνάκο… σὲ βλέπω νὰ κλαίγεσαι ὅλη τὴν ἡμέρα κι ὅλη νύκτα. Σ’ ἀκούω νὰ λὲς πὼς δὲν ἔχεις στὸν ἥλιο μοῖρα. Χειρότερα ἀκόμη, σ’ ἀκούω νὰ λὲς «ἡ Ἑλλάδα τρώει τὰ παιδιά της»… Ἄκου ἑλληνάκο, δὲν εἶναι ἡ Ἑλλάδα ποὺ τρώει τὰ παιδιά της. Εἶσαι ΕΣΥ ποὺ τρῶς την Ἑλλάδα. Τόσα χρόνια ἑλληνάκο, σοῦ ἔδωσαν τὴ «δημοκρατία» τους καὶ πίστεψες ὅτι εἶσαι «κυρίαρχος λαός». Παραμυθιάστηκες ὅτι μπορεῖς ν’ ἀνεβοκατεβάζῃς κυβερνήσεις. Σὲ ἔψησαν ὅτι ἡ ψῆφος σου ἔχει δύναμη. Καὶ βολεύθηκες ἑλληνάκο. Κι ὄχι μόνο ἐβολεύθης, ἀλλὰ ἐβόλεψες κι ὅσους σοῦ ἔταξαν. Δὲν ἐψήφιζες ἀπὸ ἰδεολογία ἑλληνάκο. Ἀπὸ βόλεμα ἐψήφιζες. Καὶ σὲ ἐβόλεψαν. Καὶ σὲ δουλειὲς ἔβαλαν ἐσένα καὶ τὴν οἰκογένειά σου, καὶ δάνεια σοῦ ἔδωσαν, καὶ πλαστικὸ χρῆμα σου ἔδωσαν, καὶ ἔκαναν τὰ «στραβὰ μάτια» στὶς παρανομίες σου, καὶ ἐγχειρήσεις ἔκανες δίνοντας «φακελλάκι» γιὰ νὰ σὲ προσέξουν καλλίτερα… Κι ὅλα αὐτὰ γιὰ νὰ σ’ εὐχαριστήσουν. Κι ἤσουν ὄντως εὐχαριστημένος. Ἤσουν εὐτυχισμένα βολεμένος. Δὲ σοῦ εἶπε ὅμως κάποιος ὅτι ὅλα αὐτὰ θὰ τὰ ἔχῃς γιὰ πάντα ἑλληνάκο. Δανεικὰ σοῦ τὰ ἔδωσαν καὶ μέσα στὸ βόλεμα σου, ἐξέχασες νὰ ῥωτήσῃς το γιὰ πόσο θὰ τὰ ἔχῃς. Μέσα στὸ βόλεμα σου, ἀδιαφόρησες γιὰ τὸ τί προκαλεῖς στὴν οἰκονομία τῆς χώρας σου. Συνέχεια →