Ἐγὼ οὔτε ἐβίωσα, οὔτε ἐγεύθην, οὔτε ἐπόνεσα μὲ ὅσα συνέβησαν πρὸ 90 ἐτῶν στὴν ἀπέναντι ἀκτή.
Οὔτε εἶχα παπποῦδες μέσα στὸ σπίτι γιὰ νὰ μοῦ μεταβιβάσουν τὶς μνῆμες τους καὶ τὰ βιώματά τους.
Μία θεία τοῦ πατέρα μου εἴχαμε, κι αὐτὴν ἐλάχιστα χρόνια πρὸ τοῦ θανάτου της.
Ὅμως, αὐτὰ τὰ λιγοστά, αὐτὰ τὰ σκόρπια, αὐτὲς οἱ κομματιασμένες μνῆμες, ἦσαν ἀρκετὲς γιὰ νὰ μὲ «ἐμβολιάσουν» καὶ νὰ «φυτεύσουν» μέσα μου ψήγματα γνώσεως καὶ ἄσβεστον πόθο ἀναζητήσεως τῶν ῥιζῶν μου.
Ἦταν ἀρκετὰ γιὰ νὰ μπορῶ νὰ νοιώσω ὅλον τὸν πόνο καὶ τὴν ἀπελπισία ποὺ ἐκεῖνοι ἔνοιωσαν… Νὰ ξαναζήσω κάθε τους στιγμή, κάθε τους κραυγή, κάθε σταγόνα αἵματος…
Συνέχεια →