Νά ῾ξερες πῶς λαχτάριζα τὸν ἐρχομό σου, Ἀγάπη
ποὺ ἴσαμε τὰ σήμερα δὲ σ᾿ ἔχω νιώσει ἀκόμα,
μὰ ποὺ ἔνστικτα τὸ εἶναι μου σ᾿ ἀναζητοῦσεν, ὅπως
τὴ γόνιμη ἄξαφνη βροχὴ τὸ στεγνωμένο χῶμα!
Πόσες φορὲς ἀλίμονο! δὲ γιόρτασα, θαρρώντας
πὼς ἐπιτέλους ἔφτασες, Ἐσὺ πού ῾χες ἀργήσει:
Σὰ μυγδαλιά, ποὺ ἡλιόλουστες ἡμέρες τοῦ χειμῶνα
τὴ ξεγελᾶνε, βιάζονταν κι ἐμὲ ἡ ψυχὴ ν᾿ ἀνθίσει. Συνέχεια

Ὁ Ἀγαθοκλῆς, μία ἐξαίρετος μορφὴ τῆς Ἑλληνικῆς ἱστορίας, πρὸ κειμένου νὰ ἀντιπαρέλθῃ μίαν πολιορκία ποὺ τὸν καθήλωνε, μαζύ μὲ τὸν λαό του, ἐντὸς τῶν Συρακουσῶν, ἐπέλεξε νὰ …μεταφέρῃ τὴν πολιορκία στὸν χῶρο τοῦ ἐχθροῦ, τὴν Καρχηδόνα.


