Μάννα…
σκορπίσανε παντοῦ τὰ ὄνειρά μου…
ἔφυγες Μάννα ἐσὺ κι ἡσύχασες γιὰ πάντα…
καὶ γὼ ἐδῶ, νὰ κουβαλάῳ τὴν σκιά μου…
ὡσεὶ παρών, νὰ σοῦ μιλάῳ ἀπ’ τὴν καβάντζα…
Λὲς δὲν ὑπάρχεις …ὅ,τι σ’ ἔλειωσε τὸ χῶμα… Συνέχεια
Ἀρχεῖα ἐτικέττας: Λόγος
Ἐδῶ δὲν ὑπάρχει ἥσκιος…

Ἄπιαστη Στιγμή…
Αὐτό τό πεῖσμα τό τυφλό ἦταν
πού κράταγε ὁρθό τό κορμί
καί ἒκανε τήν καρδιά
νά βροντᾶ μουγγά στό στέρνο.
Συνέχεια
Ἀετὸς καὶ σκώληξ
Ἀχιλλέας Παράσχος, Ἀετὸς καὶ σκώληξ
– Ἀφιεροῦται εἰς τοὺς σκώληκας. –
Ἄνω ὀξείας κορυφῆς τῶν Ἄλπεων, εἰς μέρος
σχεδὸν ἔγγιζον τὴν ἀρχὴν τοῦ ἀχανοῦς αἰθέρος,
σμαραγδοπτέρυξ ἀετὸς τὸ βλέμμα περιστρέφων
εἶπε: «Τίς ζῇ καθώς ἐγώ ἐπώνω τῶν συννέφων;»
Συνέχεια
Πῶς θά κάνουμε βάλσαμο τόν ἀέρα πού ἀναπνέουμε;
Ἐμεῖς ποὺ μεταλλάξαμε
τὸ γιατρικὸ
σὲ δηλητήριο…
Συνέχεια
Ἕνας ἕνας στὴν ἄβυσσο…
ΕΤΣΙ ΜΟΥ ΔΙΗΓΗΘΗΚΕ τὴν παρακάτω ἱστορία ἕνας καλὸς φίλος μου, ἔτσι τὴν γράφω κι ἐγώ.
«...Κι ἤταν μιὰ νύκτα βροχῆς. Παραμονὴ Χριστουγέννων. Τὰ μεσάνυκτα κτυποῦν τὴν πόρτα μου. Ταράχθηκα. Ἡ ὥρα τῆς κυκλοφορίας ἤταν περασμένη. Δὲν θὰ μποροῦσε νἄταν τίποτ’ ἄλλο. Κανείς μας δὲν ἤξαιρε τότε τὶ τὸν περίμενε ἀπὸ τὴν μιὰ ἡμέρα στὴν ἄλλη. Καὶ πραγματικά. Ἕνας Γερμανὸς ψηλὸς ὥς ἀπάνω μπῆκε στὸ σπίτι μας. Ἡ γυναῖκα μου ἔτρεμε πίσω μου σὰν τὸ καλάμι. Ὁ Γερμανὸς κάνει ἕνα βῆμα ἀκόμα.
Συνέχεια