Μόνον μὲ τὸν Ἔρωτα ζῶ!

Μόνον μὲ τὸν Ἔρωτα ζῶ! Ἔχω ἐδῶ καὶ μῆνες ἀρχίσει ἕνα περίεργο σύστημα. Ψηλώνω, ψηλώνω, ψηλώνω… Μία φυλακή, ἐντὸς τῆς ὁποίας διαβιῶ τόσους αἰῶνες, μικραίνει, μικραίνει, μικραίνει… Κυττῶ γύρω μου…  Οἱ τοῖχοι σπᾶνε, διαλύονται… Κομματιάζονται…  Μεγαλώνω… Ἀναπτύσσομαι… Ψηλώνω… Ξανακυττῶ γύρω μου…  Ἐρημιά! Εἶμαι μόνη μου!  Πῆγα γιὰ μίαν στιγμὴ νὰ φοβηθῶ, ἀλλὰ κρατήθηκα….
Δὲν γίνεται σκέφθηκα… Θὰ εἶναι κι ἄλλοι κάπου ἐδῶ γύρω… Δὲν γίνεται νὰ εἶμαι μόνη μου… Κάτι δὲν πάει καλά…. Ἡ ἀγωνία μου μεγάλωνε…. Ἡσυχία… Ἔκλεισα τὰ μάτια! Τὰ ἔκλεισα σφικτά! Τὰ κράτησα ἔτσι ἀρκετὴν ὥρα… Τὰ ξανάνοιξα…  Πάλι ἐρημιά! Ἡ λογική μου μοῦ ὑπαγόρευε πὼς εἶναι ἀδύνατον νὰ εἶμαι μόνη μου.  Τὰ συναισθήματά μου ὅμως μὲ βεβαίωναν γιὰ τὴν μοναξιά μου.  Καὶ τότε ἀπεφάσισα νὰ τὰ ἀντιμετωπίσω. Νὰ τὰ δῶ κατάματα καὶ νὰ μάθω ἀπὸ αὐτά. Νὰ τὰ ἐλέγξω ἢ νὰ τοὺς ἐπιτρέψω νὰ μὲ ἐλέγξουν.  Τὰ ἀνεζήτησα καὶ δὲν τὰ βρῆκα. Ἕνα πέπλο σκέπαζε τὴν εἰκόνα τους. Δὲν εἶχαν πρόσωπο, σχῆμα καὶ χρώματα.
Ἐπέμεινα… Τὰ μάτια μου ἄρχισαν νὰ τρέχουν ἀπὸ τὴν προσπάθεια. Πονοῦσαν. Ἀλλὰ συνέχιζα. Καὶ τότε, μέσα ἀπὸ τὴν ὀμίχλη ἄρχισαν νὰ ξεπροβάλλουν. Νὰ γίνονται ὀρατά. Νὰ προσωποποιοῦνται.
Στὴν ἀρχὴ ἀχνὰ ἀλλὰ σιγὰ σιγὰ ὅλο καὶ πιὸ ξεκάθαρα.  Πρῶτος καὶ καλλίτερος ἔφθασε ὁ Φόβος. Πανύψηλος, δυνατός, κυρίαρχος, δυνάστης. Ἄγριος καὶ τρομερός. Γεμάτος αἷματα καὶ καπνιά. Τρομακτικός…  Ἀπὸ κάθε ἴνα τῶν ἐνδυμάτων του κρέμονταν σᾶρκες καὶ ἔσταζαν αἵματα.  Σὲ κάθε του βῆμα ἅπλωνε μίαν ἀπέραντη σκιά. Κι ὅλο πλησίαζε… Πλησίαζε… Μὲ ἔφθασε καὶ μὲ σκέπασε αὐτὴ ἡ μαύρη σκιά. Μὲ κάλυψε…
Τοῦ μίλησα.
Τὸν ῥώτησα γιὰ τὸ τί ζητοῦσε ἀπὸ ἐμένα. 
Μὲ κύτταξε ὑπεροπτικά καὶ σαρκάζοντας μοῦ ἀπήντησε: «ἐσένα»! «Γιατί;»  ξαναρώτησα.  «Γιὰ νὰ μὴν μοῦ χαλᾶς τὴν τάξι μου»…. «Ποιάν τάξι σου;» ξαναρωτῶ.  «Αὐτὴν ποὺ φέρνει καταστολή. Ποὺ σᾶς κρατᾶ ὅλους σὲ ἡρεμία. Αὐτὴν ποὺ ὅλοι θέλετε νὰ ἀποτινάξετε ἀλλὰ ἔρχομαι ἐγὼ καὶ σᾶς ἀπαλλάσσω ἀπὸ περιττὲς ἐπιθυμίες.» Πίσω του στεκόταν μία γριά, ξεδοντιάρα, πικρόχολη, ὅ,τι πιὸ ἄσχημο ἔχω δεῖ στὴν ζωή  μου.
Ἡ Ἀνασφάλεια.  Τὸν ἔσπρωξε καὶ μὲ πλησίασε. 
«Εἶμαι παιδί τοῦ Φόβου. Μόλις καταφέρνῃς νὰ τὸν ἀγνοήσῃς, ἔρχομαι καὶ σοῦ σκοτεινιάζω τὴν σκέψι.  Εἴμαστε μία οἰκογένεια ἐμεῖς. Δὲν μᾶς ξεφεύγει κανεῖς! Αἰῶνες τώρα σπουδάσαμε τὴν ἀνθρώπινη φύσι. Μόλις κάποιος πάει νὰ ξεφύγῃ, λειτουργοῦμε ὀργανωμένα καὶ τὸν ξανακυριεύουμε.» Εἶπε μὲ τσιριχτὴ φωνή…
Τὴν ἄκουσα μὲ προσοχὴ καὶ χαμήλωσα τὸ κεφάλι. Πράγματι, ἡ σκέψις μου εἶχε θολώσει. Μούδιαζε. Αὐτὴ ἡ μοναξιὰ μὲ ἀποδυνάμωνε καὶ δυνάμωνε αὐτούς.  Τότε ἀπὸ πίσω μου ἀκούστηκε μία ἄλλη φωνή. Ἄγρια κι αὐτή. Βαθιά. Τρομακτική! Στράφηκα καὶ ἀντίκρυσα κάποιον κοντό, πολὺ κοντό κι ἄσχημο ἄνδρα. Σχεδὸν νᾶνο.
Διατηροῦσε ἕνα σαρδόνιο χαμόγελο στὰ ἀπροσδιόριστά του χείλη. Μὲ ἔβλεπε καὶ δὲν μὲ ἔβλεπε. Οὐσιαστικῶς τὸ βλέμμα του μὲ διαπερνοῦσε καὶ μὲ πάγωνε. 

Δίχως νὰ μὲ κυττᾶ μίλησε: «Εἶμαι ὁ Πανικός. Ὅταν ὁ πατέρας μου καὶ ἡ ἀδελφή μου σὲ κυριεύσουν, τότε ἔρχομαι ἐγὼ καὶ σὲ ἀποτελειώνω. Ποτὲ δὲν φεύγω ἀπὸ μέσα σου. Ἀκόμη κι ὅταν καταφέρνῃς νὰ μὲ διώξῃς, πάντα τὰ σημάδια ποὺ σοῦ ἄφησα ξυπνοῦν καὶ σοῦ θυμίζουν πὼς ὑπάρχω. Εἶμαι κομμάτι σου! Εἶμαι πάντα καὶ παντοῦ μέσα σου καὶ γύρω σου. Εἶμαι ἡ μόλυνσις ποὺ σὲ ἔχει κυριεύσει καὶ θὰ σὲ νικῶ πάντα.» Εἰλικρινῶς, τρόμαξα ἀκόμη περισσότερο.
Τὸ μυαλό μου κλείδωσε. Δὲν ἢθελα οὔτε νὰ σκεφθῶ οὔτε νὰ δράσω. Κατὰ βᾶθος αὐτὴ ἡ κατάστασις μὲ ἐξυπηρετοῦσε. Μὲ κρατοῦσε ξεκούραστη. Μᾶλλον μὲ βόλευε. Ἴσως καὶ νὰ μὲ ἀνακούφιζε. 
Ἀπὸ τὴν ἄλλην ὅμως κάτι δὲν μοῦ ἄρεσε. Εἶχε πολὺ σκοτάδι σκιάσει τὰ πάντα γύρω μου. Ἕνα ἡμίφως κάπου μακριά, ἀλλὰ πάρα πολὺ μακριά. Ἔδιωχνα τὶς σκέψεις μου.

Δὲν τὶς ἤθελα.  Καταλάβαινα πὼς ἀρκετὰ εἶχα ἤδη πράξει. Εἶχα καταφέρει σὲ ἕναν πολὺ μεγάλο βαθμὸ νὰ ψηλώσω, νὰ μεγαλώσω, νὰ καταρρίψω μύθους, νὰ ἀλλάξω ὀπτικές, νὰ σπάσω κάποια δεσμά…. Ἀλλά πόσα ἀποθέματα δυνάμεων νὰ ἀντλήσω περισσότερα ἀπό μέσα μου; Ὅταν εἶμαι μόνη μου, πῶς θά βρῶ τό κουράγιο νά μέ ξεπεράσω; Ἔως ἐδῶ λοιπὸν ἦταν καλά… Περισσότερο ἀπὸ ὅσο ἄντεχα πορεύτηκα… Ἂς ἔλθουν κι ἄλλοι… Καὶ βλέπουμε….
Καὶ τὸ σκοτάδι μεγάλωνε. Μὲ γέμιζε. Μὲ ἔπνιγε. Καὶ τὸ ἡμίφως ἀπομακρυνόταν.
Ξάφνου θυμήθηκα τὰ ὅπλα μου. Θυμήθηκα τὸν Γέρο, τὸν Νικηταρᾶ, τὸν Θεμιστοκλῆ, τὸν Λεωνίδα,  τὸν Μιλτιάδη, τὸν Θησέα, τὸν Ἡρακλῆ, τὸν…. Ποιόν ἄλλον ἔπρεπε νά θυμηθῶ; Ἔνοιωθα κουρασμένη. Δὲν ἤθελα νὰ προσπαθῶ ἄλλο. Ἀρκετὰ εἶχα κάνει… Κι ἀκόμη μόνη μου ἤμουν.
Ἂς ἔλθουν οἱ ἄλλοι πρῶτα καὶ μετὰ βλέπουμε, σκέφθηκα….
Καὶ τὸ σκοτάδι ἁπλωνόταν… Αὐτοὶ οἱ τρεῖς ἀκόμη ἐκεῖ διασκέδαζαν μὲ τὴν ἀδυναμία μου. Κι ἐγὼ εἶχα παραδοθεῖ. Δὲν ἤθελα τίποτα νὰ ἀλλάξω…. Μόνον κάτι ἔλειπε  ἀπὸ αὐτὰ ποὺ ἔπρεπε νὰ θυμηθῶ… Ἀλλά τί; Τότε κάτι σάλεψε πίσω ἀπὸ τὸν Φόβο καὶ τὴν Ἀνασφάλεια. Κάτι μικρὸ ἀλλὰ ἱκανὸ νὰ τραβήξῃ τὴν προσοχή μου. Ἐκεῖνο τὸ μακρινὸ ἡμίφως σὰν νὰ ζωντάνεψε καὶ νὰ προσπαθοῦσε νὰ μοῦ μιλήσῃ. Ἦταν ἀρκετὸ νὰ μὲ ταράξῃ.  Ἀνακάθισα. Προσπάθησα νὰ δῶ καλλίτερα. Ἑστίασα μὲ ὅλην τὴν δύναμι μου, αὐτὴν τοὐλάχιστον ποὺ μοῦ εἶχε ἀπομείνει. Ἦταν ἕνα τόσο δὰ μικρὸ σφαιρίδιο. Τόσο δά… Καὶ τόσο μακριά…  Μὰ ὅσο τὸ κύτταγα τόσο δυνάμωνε τὸ φῶς του. Ἡ λάμψις του ἔπιασε νὰ ταξειδεύῃ πρὸς τὸ μέρος μου.
Σχεδὸν μὲ ἄγγιζε. Δίχως νὰ καταλαβαίνω, ἐν τελῶς διαισθητικῶς, προσηλώθηκα ὁλόκληρη ἐπάνω του. Τότε ἔνοιωσα τὸν Φόβο καὶ τὴν παρέα του νὰ σαλεύουν. Κάτι τοὺς τάραζε. Τοὺς ἀναστάτωνε. Δὲν ἤξερα τί ἀλλὰ δὲν μὲ ἐνδιέφερε. Τὸ ἡμίφως μεταλλασσόταν σὲ Ἥλιο, σὲ ἡμέρα λαμπερή καὶ μὲ πλησίαζε!
Κάλυπτε ταχύτατα τὴν ἀπόστασι ποὺ μᾶς χώριζε. 
Τότε ὁ Φόβος σηκώθηκε καὶ προσπάθησε νὰ μπῇ ἀνάμεσα σὲ ἐμένα καὶ τὸ σφαιρίδιον ποὺ μεταμορφωνόταν σὲ Ἥλιο. Μαζύ του στάθηκαν σὰν ἕνα σῶμα τὰ παιδιά του.
Ὅμως μὲ κάποιον μαγικὸ τρόπο, ποὺ  ἀδυνατῶ νὰ ἐξηγήσω, κι ἐν ᾦ δὲν ἔπαυσα οὔτε στιγμὴ νὰ «ἕλκω» τὴν λάμψι, ἐξαφανίστηκαν! Ἔτσι, ξαφνικά, δίχως νὰ τοὺς ἀγγίξω ἢ νὰ τοὺς ἀγγίξῃ κάτι ἄλλο. 
Μόλις χάθηκαν ἔνοιωσα τὰ μέλη μου νὰ ζωντανεύουν. Νὰ μπορῶ νὰ τὰ κινήσω. Νὰ τὰ ἐλέγχω πάλι.  Τὸ σφαιρίδιον πλησίαζε. Τώρα σχεδὸν μποροῦσα νὰ τὸ ἀγγίξω.

Καὶ τότε θυμήθηκα.
Κάποτε στὰ ὄνειρά μου εἶχε ἔλθει ὁ Προμηθεύς. Αὐτὸς μου εἶχε χαρίσει ἕνα σφαιρίδιον. Ἕνα τόσο δά, ἴσα ποὺ χωροῦσε στὴν παλάμη μου. Αὐτὸν προσπαθοῦσα νὰ θυμηθῶ ὅταν ἀπεφάσισα νὰ ἀντιμετωπίσω τὰ συναισθήματά μου. Αὐτὸν δὲν μποροῦσα νὰ φέρω στὴν μνήμη μου. Αὐτὸν ξέχασα… Κι αὐτὸς μὲ «ἔσωσε». 
Τότε πίσω ἀπὸ τὸ σφαιρίδιον εἶδα τὸν Ἥλιο! Φωτεινό, λαμπερό, ὀδηγό! Δὲν εἶχα ἀκόμη καταλάβει πάρα πολὺ καλά! Ἦταν ἔντονα τὰ σημάδια ποὺ μοῦ εἶχαν ἀφήσει ὁ Φόβος καὶ τὰ παιδιά του. Στὴν προσπάθειά μου νὰ συνέλθω θυμήθηκα πὼς ἔπρεπε νὰ ἀναζητήσω κι ἄλλα συναισθήματα.  Ἄγγιξα τὸ σφαιρίδιον. Ἔνοιωσα ὅλην τὴν δύναμι ποὺ μοῦ ἔφερνε! Μὲ ἀναγεννοῦσε! Προσπάθησα νὰ δῶ μακρύτερα. Ἀναζητοῦσα ὅλα τὰ ἄλλα συναισθήματα ποὺ ἔκρυβε ὁ Φόβος. Μόνον φῶς ὅμως παντοῦ!  Ἤμουν πάλι ἕτοιμη νὰ γείρω στήν γωνιά μου καὶ νὰ ἀπογοητευθῶ. Νὰ ξαναζήσω τὴν μοναξιά μου.  Καὶ τότε ἦλθε! Ἔφθασε μέσα σὲ μίαν ἔκρηξι χαρᾶς, ἐκστάσεως κι ὀμορφιᾶς.  Ἦταν ἕνας πάνοπλος Ἔρως! 

Ἔχω ψηλώσει τώρα τελευταῖα!

Ἦταν τὸ συναίσθημα ποὺ κάπου κάπου μὲ ἄγγιζε ἀλλὰ δὲν ἐπέτρεψα ποτὲ νὰ μὲ κυριεύσῃ διότι μεσολαβοῦσε ὁ Φόβος.  Ἐκείνην ἀκριβῶς τὴν στιγμὴ συνειδητοποίησα τί ἔπρεπε νὰ κάνω. Πῶς ἔπρεπε νὰ ἀντιμετωπίσω τὸ κάθε τί. Ποιό ἦταν τὸ ὅπλο μου καὶ ἡ δύναμίς μου.  Αὐτὸ τὸ μικρὸτατον σφαιρίδιον, αὐτὸ τὸ φωτεινὸ δωράκι τοῦ Προμηθέως, αὐτὸ τὸ «κλειδί» τὸ εἶχα. Ἀλλὰ ποτὲ μου δὲν κατάλαβα πῶς θὰ μποροῦσα νὰ τὸ χρησιμοποιήσω. Μόνον ὅταν ἀπεφάσισα νὰ δώσω σάρκα κι ὀστὰ στὰ συναισθήματά μου, μόνον τότε βρῆκα, μᾶλλον διόλου τυχαίως, τὸν τρόπο χρήσεως του.
Αὐτὸ τὸ μικρότατον σφαιρίδιον ἦταν αὐτὸ τὸ κλειδί ποὺ μοῦ ἀνοίγει τὴν Πύλη γιὰ νὰ ζήσω τὸν Ἔρωτα! Μὲ τὸν Ἔρωτα καὶ μέσα στὸν Ἔρωτα.  Ὅλα αὐτὰ ποὺ μὲ ἀφύπνισαν καὶ  μὲ δυνάμωσαν καὶ μὲ ἔκαναν νὰ πιάσω νὰ σπάω τὰ δεσμά αἰώνων, ἦταν δῶρα τοῦ Ἔρωτος. Ἑνὸς Ἔρωτος ὅμως ποὺ οὐδόλως γνώριζα τὸν λόγο ὑπάρξεώς του. Οὐδόλως ἀντιλαμβανόμουν τὴν ἰσχύ του καὶ τὸν ῥόλο του.  Οὐδόλως τοῦ ἐπέτρεψα νὰ μὲ γεμίσῃ καὶ νὰ μὲ κυριεύσῃ. Νὰ τοῦ δώσω σᾶρκα κι ὀστά ἐπίσης, ὅπως νωρίτερα εἶχα κάνει μὲ ὅλα τὰ ἄλλα μου συναισθήματα.  Οὐδόλως κατάλαβα πὼς ὁ Ἔρως φέρνει Χαρά, Γέλιο, Εύτυχία, Εὐδαιμονία, Ἀσφάλεια καὶ ἰδίως Ἐλευθερία.  Οὐδόλως κατάλαβα πὼς ὁ Ἔρως ἦταν, εἶναι καὶ θὰ εἶναι ἡ ἀρχὴ καὶ τὸ πέρας κάθε Συναισθήματος. Κάθε καλῆς στιγμῆς. Κάθε θετικῆς σκέψεως. Κάθε ὀνείρου. Κάθε ἡρεμίας. Κάθε ἐλπίδας. Κάθε ἀνάγκης.  Οὐδόλως κατάλαβα, ἔως ἐκείνην τὴν στιγμή, πὼς ὅλα τὰ μικρὰ καὶ μεγάλα μας συναισθήματα, εἶναι κομμάτια του. Τμήματά του. Μέρη του. Τὸ Ὅλον εἶναι ὁ Ἔρως! Εἶναι αὐτὸ τὸ μοναδικὸ συναίσθημα ποὺ δίδει ζωή καὶ ἀνοίγει δρόμους.  Ὅσο τὸ κάθε μου συναίσθημα ἐρχόταν ὡς αὐτόνομο, τόσο ἀδυνατοῦσα νὰ ἑστιάσω στὸ ζητούμενον. Τὸ ὁποῖον ἦταν τὸ Ὅλον! Μόνον ὅταν ὁ Φόβος ἀπεκαλύφθῃ ἐμπρός μου πάνοπλος καὶ τρομακτικός, μαζύ μὲ ὅλα του τὰ παιδιά, μόνον τότε ἔδωσα τὴν δυνατότητα στὸν Ἔρωτα νὰ ὁλοκληρώσῃ τὴν εἰκόνα του καὶ νὰ μοῦ τὴν ἀποκαλύψῃ! Στάθηκα ὄρθια. Ξανακύτταξα τὰ δεσμά μου.
Εἶχαν διαλυθεῖ ὅλα. Λίθοι, πλίθοι, κέραμοι ἀτάκτως ἐρριμμένα πλέον γύρω μου… Εἶμαι ἐλεύθερη! Ἐν τελῶς ἐλεύθερη! Αἰσθάνομαι ἀναγεννημένη. Ἐπὶ τέλους ζωντανή! Δυνατή!
Κάποιαν στιγμὴ κατάλαβα πὼς ὁ Φόβος πάσχιζε νὰ ξαναβρῇ τρόπο πρὸ κειμένου νὰ εἰσέλθῃ στὰ συναισθήματά μου. Ἔσφιξα στὸ χέρι μου τὸ σφαιρίδιον. Ἐξαφανίσθηκε.  Δὲν ξέρω ἐαν θὰ καταφέρω νὰ τὸν κρατήσω γιὰ πάντα ἔξω ἀπὸ τὸν κόσμο μου.  Τὸ μόνο ποὺ γνωρίζω εἶναι πὼς ἔμαθα τὴν χρήσι τοῦ σφαιριδίου μου. Ἕνα δῶρο ποὺ ἔως πρὸ τινός ἔμοιαζε ὡς διακοσμητικόν ἀντικείμενον. Ἀλλὰ μόλις πρὸ ὁλίγου συνειδητοποίησα πὼς εἶναι ἕνα πανάκριβο κλειδί.  Ἕνα κλειδί ποὺ φέρνει Φῶς, Χαρά, Αἰσιοδοξία, Εὐτυχία, Εὐδαιμονία, Ἀσφάλεια… Οὐσιαστικῶς φέρνει τὸν Ἔρωτα!  Ξανακύτταξα γύρω μου. Ἢμουν ἀκόμη μόνη μου. Πάλι ὁ Φόβος πῆγε νὰ μὲ καταλάβῃ. Ἀλλὰ ἔσφιγγα τὸ σφαιρίδιον ἀντανακλαστικά. Συνερχόμουν.  Τότε ἔνοιωσα ἕνα χέρι νὰ μὲ ἀκουμπᾶ ζεστὰ καὶ φιλικὰ στὸν ὦμο. Δὲν ἔστρεψα γιὰ νὰ δῶ ποιός ἢ ποιά ἦταν. Δὲν εἶχε σημασία. Ἔσφιξα μόνον πιὸ δυνατὰ τὸ σφαιρίδιον. Ἐκείνην τὴν στιγμὴ ἄρχισα νὰ διακρίνω σκιές. ἑκατοντάδες σκιές ποὺ ἀπὸ πολὺ μακριὰ μὲ πλησίαζαν. Ἔσφιξα ἀκόμη περισσότερο τὸ σφαιρίδιον. Οἱ σκιὲς πολλαπλασιάστηκαν. Ἔγιναν ἀμέτρητο πλῆθος. Ἀπέραντο! Ποὺ ὅλο καὶ πλησίαζε.  Κρατῶ διαρκῶς ἀπὸ ἐκείνην τὴν στιγμὴ τὸ σφαιρίδιον στὴν παλάμη μου. Τὸ σφίγγω. Δίπλα μου μυριάδες Ἄνθρωποι. Μὲ τὰ δικά τους σφαιρίδια μέσα στὶς δικές τους παλᾶμες. Τὰ σφίγγουν κι αὐτοί. Βλέπουν καὶ ζοῦν τὸν Ἔρωτα! Τὸ μοναδικὸ συναίσθημα ποὺ χρειαζόμαστε Ὅλοι μας. Βλέπουν καὶ ζοῦν τὸ Ὅλον! Εἶναι τὸ Ὅλον! Εἴμαστε τὸ Ὅλον! Ψηλώσαμε, μεγαλώσαμε, ἀντρειωθήκαμε ὅλοι μαζύ. Καὶ μόλις ξεπεράσαμε τὸν Φόβο μας βρεθήκαμε. Εἴμαστε ἔξω. Εἴμαστε παντοῦ! Εἴμαστε ἕνα μὲ τὸν Ἔρωτα πλέον. Ζοῦμε ἤδη σὲ αὐτὸ ποὺ ἔρχεται. Εἴμαστε αὐτὸ ποὺ ἔρχεται. Εἴμαστε αὐτὸ ποὺ εἴμαστε, ὄχι γιατί ξεπεράσαμε τὸν Φόβο. Ἁπλῶς τοῦ δείξαμε πὼς δὲν τὸν ὑπολογίζουμε. Τὸν ἀναγνωρίζουμε, τὸν ζοῦμε, ἀλλὰ τὸν ἀφήνουμε πίσω μας. Αὐτὸ ποὺ ἔρχεται γιὰ νὰ γίνῃ πραγματικότης θέλει μόνον Ἔρωτα. Κι ἐμεῖς διαλέγουμε τὸν Ἔρωτα! Μεταμορφωνόμαστε σὲ Ἔρωτα. 

Φιλονόη.

  Υ.Γ. Κάπου ἐκεῖ, μέσα στὸ πλῆθος, ξαναβρῆκα τὸν Καραϊσκάκη. Μὲ κύτταξε, τὸν κύτταξα καὶ μοῦ βροντοφώναξε:

«ΓΑΜΗΣΤΕ ΤΟΥΣ»

φωτογραφία

(Visited 15 times, 1 visits today)




7 thoughts on “Μόνον μὲ τὸν Ἔρωτα ζῶ!

  1. Υπέροχο, Φιλονόη. Σε ευχαριστώ πολύ για την ομορφιά που ανέρτησες.

    ‘Οπως θα ξέρεις ο Έρωτας δεν έχει καμμία σχέση με την υποβαθμισμένη θέση στην σεξουαλική συμπεριφορά όπου οι εξουσιαστές τον καθήλωσαν στις φαντασιώεις τους όταν διαπίστωσαν πως αδυνατούν να τον σκοτώσουν. “Σεξ” είναι η έξις που η δασεία της μετατράπει σε “σ”. Είναι η Έξις στην αρχέγονη ηδονή που όλα τα ζώα ενέχουν για τη διαιώνιση του είδους τους. Υπάρχει τεράστια διαφορά στην τέρψη που γνωρίζει κάποιο άτομο που κάνει έρωτα με εκείνο που κάνει σεξ. Το μεν πρώτο οδεύει προς την ολοκλήρωσή του, την ευτυχία στην αυτογνωσία, την αυτοθυσίαν ότι πολύτιμου έχει μέσα του, και την αυτοβελτίωσή του, προκειμένου να βιώσει την εκστατικήν ένωση με το σύμπαν. Το δε δεύτερο άτομο παραδιδόμενο στην φιληδονία χαραμίζει την ενέργειά του, απομονώνεται, διαφθείρει την συνείδησή του, διαστρέφει τα ένστικτά του, καταστρέφει το σύντροφό του, καταθλίβεται και τελικά οδηγείται στον χαμό. Όλες οι έξεις αυτό κάνουν, μόνον που η (σ)έξις έιναι ισχυρότερη όλων των άλλων παθών επειδή είναι η αρχέγονη μήτηρ των κι επειδή είναι αντερωτική.

    Φυσικά ο Έρως είναι ο Κοσμικός Θεός της έλξης και διαώνισης των ομοίων, η αγάπη προς την ομορφιά, την αρμονία, τον ρυθμό, τον συγχρονισμό, το καλόν, το ωραίον, το σφρίγος, το αισθησιακόν, την Φύση, και τελικά ευλογεί και βοηθάει όποιον φέρει τάξη στο χάος κι ευρωστία στην ασθένεια. Ο Έρως είναι ο επαναστάτης Θεός που φέρει τάξη και φώς στο χάος-έρεβος που δημιούργησε η εξουσία. Είναι ο Καραϊσκάκης/σθένος της Ψυχής.

    Με τον Έρωτα στο πλευρό μας θα νικήσουμε. Όσοι επιμείνουν αντερωτικοί θα χαθούν.

    Έρρωσο (= ευρωστία, υγεία)

  2. Μιά ολόκληρη ζωή παλεύω με τον φόβο, δεν τον νίκησα, αλλά δεν τον φοβάμαι. Συνηθίσαμε ο ένας τον άλλο, ξέρει ότι δεν μπορεί να με νικήσει, ξέρω και εγώ πως δεν μπορώ να τον νικήσω, έτσι έχουμε μια ισορροπία στην σχέση μας. Θα μπορούσα να καυχηθώ πως μερικές φορές (όσο περνούν τα χρόνια) έχω το απάνω χέρι και δεν δίνω δεκάρα για πάρτη του, αλλά μετά κοιτάζω γύρω μου βλέπω τους νέους και αρχίζω να …. φοβάμαι, αλλά και να ……….ελπίζω.
    Φιλικά από το Σίδνεϊ
    Νίκος Παπανικολάου

  3. Είναι συγκλονιστικό το ερωτικό συναίσθημα όταν γνωρίζεις ότι είναι συνυφασμένο με την εκδήλωση μας, αλλά γίνεται συγκλονιστικότερο όταν το βιώνεις και αντλείς με όλα τα αισθητήρια όργανα σου τις πληροφορίες που εκπέμπει η λάμψη του, πληροφορίες αναγκαίες για την απόκτηση αυτοπεποίθησης, ανεξαρτησίας,ελευθερίας. Είναι οδηγός ζωής…!
    ΧΑΙΡΕ
    Υ.Γ. ΜΑΚΡΥΑ ΑΠΟ ΑΝΕΡΑΣΤΟΥΣ ΕΙΝΑΙ ΑΚΡΩΣ ΕΠΙΚΙΝΔΥΝΟΙ

Leave a Reply