Κοιτάζω ἤ κυττῶ;

Κοιτάζω ἤ κυττῶ;
Ἐπεὶ δὴ κατὰ καιροὺς γράφω ὅπως μοῦ …κατεβαίνει, σήμερα ἀπεφάσισα νὰ σᾶς παρουσιάσω ἕνα μικρὸ μάθημα γραμματικῆς. Ἔτσι… Γιὰ νὰ μὴν θυμώνετε μαζύ μου ὅταν γράφω κάπως …ἀλλοπρόσαλλα!

Μοῦ τὸ ἔδειξε ὁ καλός μου φίλος Γιάννης καὶ σᾶς τὸ παρουσιάζω.
Κοιτάζω ἤ κυττῶ λοιπόν;
Ἰδοῦ ἡ ἀπορία.

Φιλονόη.

 Υ.Γ. Ἡ λέξις κυττῶ σημαίνει βλέπω. Ἡ λέξις κοιτῶ προέρχεται ἐκ τῆς κοίτης δῆλα δὴ  κοιμᾶμαι Καλὸ εἶναι νὰ τὸ θυμόμαστε.

Κοιτάζω ή κυττάζω

Η ορθογραφία του ρήματος αυτού (που σημαίνει βλέπω, παρατηρώ) έχει δυο οπτικές γωνίες που βασίζονται στις δυο Σχολές που προσπάθησαν να ετυμολογήσουν την λέξη.

1η Σχολή

Βερναρδάκης [Ν. Ημέρα 1885, – Φιλήντας Γλωσσογνωσία – Ανδριώτης – Κουκουλές

Το ετυμολογουν από το «κοίτη» (χώρος ή έπιπλο όπου κοιμάται κανείς), όπου ξαπλωμένος παρατηρούσε ο στρατιώτης, φρουρός ή φύλακας.

2η Σχολή

Χατζηδάκης [«Μεσαιωνικά και Νέα Ελληνικά» ], και ο Αδαμάντιος Κοραής [«Πρόδρομος Ελλ. Βιλιοθήκης»]

απο το κυπταζω (βλ.  Πατάκη-Τζιράκη «Λεξικό Ρημάτων της Αρχαίας Ελληνικής» στη λ.  κυπταζω =κύπτω, ερευνώ)

Ας δουμε τον Σταματακο [Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής σ.560]
Κυπτάζω, μέλ. -άσω. Θαμιστικόν του κύπτω= Κύ­πτω συνεχώς, σκαλίζω, μικροπραγμονώ, εξετάζω, ερευνώ λεπτομερώς γύρω από τι. πρβλ. κυττάζω).

Και αυτόθι [σ. 537]
Κοιτάζω βάλλω τινά εις την κοίτη (τ.ε. κλινην , να κοιμηθεί) κατακοιμίζω.

Το δικό μου σχόλιο

Ασχετα απο τους νεολεληνίζοντας γλωσσαμύντορες που αυθαίρετα γράφουν ότι τους κατεβάζει η κούτρα τους, ερωτώ τον νοήμονα αναγνώστη : « Η παρατήρηση, σαν ενέργεια, έχει περισσότερη σχέση με τον ύπνο (κοιτάζω) η με το σκύψιμο ( κυττάζω<κυπταζω) που κάνει κάποιος για να πλησιάσει το αντικείμενο που προτίθεται να παρατηρήσει;»

Αλλαλούμ και των γονέων

Το επίτομο Λεξικό του «Ηλίου» αναφέρει στην σελίδα 260 στο λήμμα κυτταζω (δημ.) άλλως κοιτάζω : βλέπω, παρατηρώ

Ο Δ.Η. Οικονομιδης διευθυντής του Μεσαιωνικού αρχείου της Ακαδημίας Αθηνών, γράφει στην «Γραμματική της Ελληνικής Διαλέκτου του Πόντου στην σελ. 212 «κοιτάμενος  -μένη -μενον = κλινήρης»

Παρατηρείται ότι οι νεώτεροι βλ. Ν. ΒΑΡΜΑΤΖΗ [Μικρό Ερμηνευτικό Λεξικό της Νεοελληνικής Γλώσσας –  Εκδ. Μαλλιαρης Παιδεια 1981 σ.409] που αναφέρει :
κοιτάζω, 1. στρέφω τ6 βλέμμα σε κάτι ή κάποιον, βλέπω Κοιτάζω την όμορφη γυναίκα. 2. προσέχω, φροντίζω: Κοιτάζει τους γονείς του. 3. εξετάζω άρρωστο. Ο γιατρός κοίταξετον άρ­ρωστο.

και αναιδέστατα παρακάτω ακολουθούν 4 ομορριζες λέξεις που δεν έχουν καμία σχέση με την παρατήρηση, κάνοντας το  «κοιτάζω» να φαίνεται ακόμα πιο παράφωνο.:

κοίτασμα, το, στρώμα ορυκτών στην επιφάνεια της γης ή κάτω από αυτή.
κοίτη, ή, κοιλότητα τού εδάφους μέ­σα στην οποία ρέει ρυάκι ή ποτάμι.
κοιτίδα, ή, τόπος όπου για πρώτη φο­ρά καλλιεργήθηκε κάτι, πατρίδα. γε­νέτειρα: Κοιτίδα τής φιλοσοφίας εί­ναι ή Μίλητος.
κοιτώνας, ο, υπνοδωμάτιο, κρεβατο­κάμαρα

Οι Τεγόπουλος – Φυτράκης [Μείζον Ελληνικό Λεξικό] στην σελ. 597 γράφει χωρίς να ντρέπεται :
Κοιτάζω  ρ. [<αρχ. Κοιτάζω <κοίτη ] βλέπω, παρατηρώ. 
Λες και η κοίτη έχει καμία σχέση με το βλέμμα ή την παρατήρηση.

De gustibus

Ας δούμε ποιοι προτιμούν την γραφή κυττάζω

ΖΩΓΡΑΦΙΣΜΕΝΑ

Την εργασία μου την προσέχω και την αγαπώ.
Μα της συνθέσεως μ’ αποθαρρύνει σήμερα η βραδύτης.
Η μέρα μ’ επηρέασε. Η μορφή της
όλο και σκοτεινιάζει. Όλο φυσά και βρέχει.
Πιότερο επιθυμώ να δω παρά να πω.
Στη ζωγραφιάν αυτή κυττάζω τώρα
ένα ωραίο αγόρι που σιμά στη βρύσι
επλάγιασεν, αφού θ’ απέκαμε να τρέχει.
Τι ωραίο παιδί· τι θείο μεσημέρι το έχει
παρμένο πια για να το αποκοιμίσει. –
Κάθομαι και κυττάζω έτσι πολλήν ώρα.
Και μες στην τέχνη πάλι, ξεκουράζομαι απ’ την δούλεψή της.
Κ. Π. Καβάφης

Σηκώνομαι τη χαραυγή γιατί ύπνο δεν ευρίσκω,
ανοίγω το παράθυρο, κυττάζω τους διαβάταις,
κυττάζω τοις γειτόνισσαις και τοις καλοτυχίζω,
πώς ταχταρίζουν τα μικρά και τα γλυκοβυζαίνουν.
Με παίρνει το παράπονο, το παραθύρι αφήνω,
και μπαίνω μέσα, κάθομαι, και μαύρα δάκρυα χύνω

http://www.myriobiblos.gr/afieromata/dimotiko/txt_xenitia_next.html

Γ. Βυζάντιος «Βαβυλωνία».
… ακούς με, τόσο τόσο δε συλλογιούμαι για ξένες έννοιες…· τήρα δω, το νιτερέσο μου κυττάζω, κι άρα πάρα, ήλιος…
http://www.mikrosapoplous.gr/extracts/bab/2-6.html

Γεροντικόν

Εγώ του αποκρίθηκε εκείνη μ’ ετοιμότητα, κάνω αυτό που μου ταιριάζει. Από την πλευρά σου πλάστηκα, εσένα πρέπει να κυττάζω. Του λόγου σου όμως, που πλάστηκες από το χώμα, καλά θα κάνης να έχης διαρκώς το βλέμμα σου ριγμένο σ’ αυτό.

http://www.geocities.com/lelefty/gerontik.htm

Εφαρμόστε και εσείς τα δικα σας γούστα. Επιλέξτε όποιο τρόπο γραφής γουστάρετε. Οι ορθογράφοι του Word θα σας δείχουν ως λάθος το σωστότερο “κυττάζω”.

Τὸ ὀρθὸν πάντως εἶναι κυττῶ, κυττάζω=βλέπω. Ὅλες οἱ ἄλλες γραφές, ὅπως γιὰ παράδειγμα τὸ κοιτάζω, προέρχονται ἐκ τοῦ κοίτη,  κοιμᾶμαι.
(Visited 1,303 times, 1 visits today)




One thought on “Κοιτάζω ἤ κυττῶ;

  1. Αὐτόματη εἰδοποίηση σύνδεσης: Κοιτάζω ἤ κυττῶ; « Φιλονόη καὶ φίλοι……

Leave a Reply