Ξανὰ θὰ βαδίσω

Ξανὰ θὰ βαδίσω

 Ξανὰ θὰ βαδίσω
– Πιᾶσε σφικτὰ τὸ χέρι μου,

 

ἀκριὰ νὰ βαδίσῃς τῆς κορυφογραμμῆς,

 

τοῦ ἄλλου ὄρους,

 

μιάς καὶ τὸ ἰδικόν μας,

 

πάει πιᾶς, τὸ ἐδώκανε…

 

 

 

– Μὰ δὲν φοβοῦμαι τὰ ὕψη,

 

μονάχα τὰ σκοτάδια μὲ πονᾶνε

 

κι εἶμαι μονάχα ποιητὴς ἀκόμα.

 

Νὰ ξορκίσω μὲ στίχους ζητῶ,

 

τοὺς ἄλλους ἀνέμους,

 

τοὺς θολοὺς τῶν νερῶν ἀφρούς,,

 

αὐτὸν τὸν γκρίζον ἥλιον.

 

Μὰ πιότερον θέλω λέξεις νὰ δώκω,

 

τὰ χείλη νὰ μουδιάσουν τοῦ ἄλλου.

 

 

 

Κι ὅταν μέσα εἰς τὸ αἷμα του στάξουν,

 

τόνοι, πνεύματα καὶ ῥίμες,

 

σὰν κραυγάσῃ τότες, εἴθε, ἡ Εὐκτική,

 

σὰν προστάξῃ, Ἴτε, ἡ Προστακτική,

 

τότες ξανὰ θὰ βαδίσω,

 

ἀπὸ τὶς ἀκριανὲς τοῦ Αἰγαίου εὐχές,

 

ἴσαμε ὁλάκερης τῆς γῆς τ’ ἀψηλά…

 

 

 

 

 

 

 

(Visited 13 times, 1 visits today)




Leave a Reply