Πρό τῆς ἀβύσσου

Πρό τῆς ἀβύσσουΚάποιοι, πού μέ ἐκτιμοῦν ὡς ἄνθρωπο καί ἱστορικό, μέ ἀγωνία μέ ἐρωτοῦν ἄν θά ἐπιβιώσουμε. Πρός ὅλους αὐτούς ἀναγκάζομαι νά εἶμαι αὐστηρός. Δέν πηγαίνω στό ἀπώτατο παρελθόν. Ἁπλώς, τούς ὑπενθυμίζω ὅτι ἡ Ἑλλάς σέ διάστημα 30 ἐτῶν σήκωσε τό βάρος μιᾶς Μικρασιατικῆς Καταστροφῆς, τό βάρος ἑνός πολέμου κατά Ἰταλῶν καί Γερμανῶν καί δύο «τσακαλιῶν» (Ἀλβανία-Βουλγαρία), τό βάρος ἑνός χωρίς προηγούμενο ἐσωτερικοῦ σπαραγμοῦ, κι ὅμως μέσα στήν τόση δυστυχία τραγουδούσαμε τό κοσμαγάπητο «Καπετάνιε, καπετάνιε, χαμογέλα…».

Εἴχαμε τόση ἀνάγκη ἀπό χαμόγελο. Σήμερα τό χαμόγελο τείνει νά γίνει μορφασμός ἤ ἀνόητο χαχανητό.

Οὔτε πόλεμο χάσαμε, οὔτε καμμιά καταστροφή ὑποστήκαμε. Ἁπλῶς «χάσαμε τόν μπούσουλα» ἀπό ἀδέξιους καπετάνιους. Αὐτό δέν σημαίνει ὅτι μᾶς λείπουν οἱ ἄξιοι γιά καπετάνιοι. Ἁπλῶς ἐπί πολλά χρόνια στή χώρα μας συνέβη αὐτό πού ἐκφράζεται σοφά παροιμιακῶς: «Ἐκεῖ πού οἱ καπετάνιοι κρεμοῦσαν τ’ ἄρματα, κρεμοῦν οἱ γύφτοι τά νταούλια». Εἴχαμε κι ἔχουμε δηλαδή μιά πλήρη ἀνατροπή τῶν ἀξίων καί τῶν ἀξιῶν ὑπέρ τῶν ἀναξίων καί τῶν ἀπαξιῶν.

Λυπᾶμαι πού γιά μιά ἀκόμη φορά ὑποχρεώνομαι νά γράψω γιά πράγματα αὐτονόητα, πού τώρα ἐπιτηδείως παρουσιάζονται σάν ἀκατανόητα. Τό νά γράψω καί νά ἀποδείξω ὅτι μπορεῖ ὁ Ἑλληνισμός –παρά τίς δυσχέρειες πού ἀντιμετωπίζει– νά ἐπιβιώσει, μοιάζει σάν νά θέλω νά φωτίσω μέ ἕνα κεράκι τόν ἥλιο. Ἤ σάν ν’ ἀνοίγω ἀνοικτές πόρτες. Δέν ἀρνοῦμαι ὅτι οἱ πολλοί αἰῶνες ἱστορίας –πού κάμποσοι ἦσαν αἰῶνες δουλείας– ἄφησαν πάνω μας κάποια στίγματα. Πολλοί νοσταλγοῦν ὄχι τόν ἔνδοξό μας Βυζαντινισμό, ὅπως θά ἔλεγε ὁ Καβάφης, ἀλλά τόν ἔνδοξό μας γενιτσαρισμό. Οἱ γενίτσαροι δέν ἤθελαν οὔτε μποροῦσαν νά ἔχουν παρελθόν. Τούς ἀρκοῦσε ἕνα χυδαιοπρεπές παρόν. Οὔτε τούς ἔνοιαζε τό μέλλον. Ἦσαν πάντα παροντικοί. Μπορεῖ νά θεωροῦσαν πατέρα τους τό σουλτάνο καί νά εἶχαν σάν ἱερό σύμβολο τό «καρακοζάν», ἀλλά αὐτό δέν τούς ἔκανε ἐλεύθερους. Ἦσαν δοῦλοι πού ἀποστολή εἶχαν νά κρατοῦν σέ δουλοσύνη ἑκατομμύρια λαούς.

Σήμερα ὁ γενιτσαρισμός παίρνει πνευματικό χαρακτήρα. Μέσω αὐτοῦ ἐπιδιώκεται νά καλλιεργηθεῖ στόν ἑλληνικό κόσμο μιά ψυχολογία ραγιᾶ. Γι’ αὐτό στήν πολιτική μας ἔναντι τῆς Τουρκίας, ἔναντι τῶν Σκοπίων, ἔναντι τῆς Ἀλβανίας (καλύτερα Ἀλβανῶν) τηρεῖται μιά ἄψογη στάση πού θά τήν χαρακτήριζα ἄψυχη στάση. Ὅπως ἔγραψα πρό μηνῶν ἔχουμε γίνει «ντελιβεράδες» τῆς Τουρκίας καί οἰκονομικό στήριγμα τῶν Σκοπιανῶν, τήν ὥρα πού ἡ δική μας οἰκονομία βαίνει κατά κρημνῶν.

Ἄς μή βαυκαλιζόμαστε ὅτι ἔχουμε δημοκρατία. Ἔχουμε ἀνευθυνοκρατία· δικτατορία τῶν ἀνευθύνων, ὅπως εἶχε πεῖ ὁ Ἰω. Συκουτρῆς. «Μαθητευόμενοι Μάγοι» ἔχουν πάρει τή μοίρα τοῦ τόπου (τώρα πιά δέν λέμε πατρίδα) στά χέρια τους καί τήν πλάθουν κουλουράκια. Διότι τά κουλουράκια εἶναι στρογγυλά σάν τά μηδενικά. Ἔτσι σωριάζουμε παντοῦ μηδενικά ἐπί μηδενικῶν. Ἕνα δέν ἔχει κατανοηθεῖ: πώς γιά νά ἀνορθωθεῖ ἡ χώρα σέ ὅλους τούς τομεῖς, χρειάζεται πατριωτισμός. Ἀγάπη καί πόνος γιά τήν πατρίδα. Πολιτική ἐθνικῆς περισυλλογῆς. Ἡ οἰκονομία παρά τά ὅσα λένε οἱ «χαρτογιακάδες», εἶναι πρωτίστως ἐθνικό θέμα. Δέν εἶναι οἱ συχνές «ἐπισκέψεις» στήν τσέπη μας, μέ τό δικαιολογητικό πρόσχημα «μαζί θά τά φᾶμε». Αὐτές οἱ φτηνές καί κυνικές παραδοχές εἶναι πού μᾶς ἔφαγαν. Γιατί ἔκαναν τόν κυνισμό καί τόν ἀμοραλισμό στοιχεῖα ζωῆς. Κανείς δέν ντρέπεται γιά τήν ξετσιπωσιά του! Ἀκόμη καί οἱ φιλικές προσφωνήσεις ὑποδηλώνονται μέ ὕβρεις. Σήμερα τίς λέμε χαϊδευτικά· ἄλλοτε θά σήκωναν γροθιά.

Ἡ μόνη παραγωγική δραστηριότητα πού παρακολουθῶ εἶναι αὐτή τοῦ κηφηνείου. Οἱ νεολαῖοι μας ξεκουράζονται πίνοντας καφέδες δώδεκα τύπων. Ἡ κηφηνειακή πολιτική «φιλοσοφία» ἔχει δημιουργήσει μιά ἀνορεξία γιά δουλειά. Ἐπαρκοῦν τά κλοπιμαῖα ἤ τά ἐπιμόχθως ἀποκτηθέντα χρήματα τοῦ μπαμπᾶ καί τῆς μαμᾶς. Ἐνίοτε τοῦ παπποῦ καί τῆς γιαγιᾶς. Ἔτσι δημιουργεῖται ἕνα νέο «μαχμουρλίδικο» πολιτικό κοινό πού δέχεται τά ἀποπλύματα τῶν πολιτικῶν, οἱ ὁποῖοι χρησιμοποιοῦν ἕναν λόγο φθηνό καί φτωχό, ἐπειδή ξέρουν ὅτι ἀπευθύνονται σέ μυθομνέριμνους πολί τες ἤ ἀλλιώτικα χαυνοπολίτες.

Βεβαίως ὑπῆρξε ἀντίδραση. Ἦταν ἀντιγραφή τοῦ κινήματος τῶν «ἀγανακτισμένων» πού φούσκωσε ἀρχικά σάν μπαλόνι καί μετά «μπαγιάτεψε» σάν παραγινωμένο πεπόνι. Καί πού ἡ εἰκόνα του λειτούργησε ὡς διασυρμός σ’ ὅλο τόν κόσμο τήν ὥρα πού προσδοκούσαμε κάποια ἀνάσα ἀπό τόν τουρισμό. Ἄκουσα στήν «Πλατεία τῶν Δακρύων» συνθήματα πολλά. Ἕνα δέν ἄκουσα: «Ὥρα γιά δουλειά». Κι ὅταν λέω δουλειά ἐννοῶ αὐτή που μουσκεύει τή φανέλα.

Ὅταν θά δῶ τούς νέους νά μπαίνουν στό χωράφι, στό καράβι ἤ νά πηγαίνουν στό κοπάδι, τότε μπορῶ νά εἶμαι αἰσιόδοξος γιά τό μέλλον. Τό μέλλον μιᾶς χώρας προσδιορίζεται ἀπό τά ροζιασμένα χέρια τῆς νεολαίας της. Τά λερωμένα ἀπό τή δουλειά χέρια εἶναι τά πιό καθαρά χέρια. Αὐτό πρέπει νά τό λέμε στά παιδιά.

Σαράντος Καργάκος

φωτογραφία

(Visited 10 times, 1 visits today)




One thought on “Πρό τῆς ἀβύσσου

  1. Αὐτόματη εἰδοποίηση σύνδεσης: Πρό τῆς ἀβύσσου | Φιλονόη καὶ φίλοι......

Leave a Reply