Ἡ πριγκήπισσα πού ἀγαποῦσε τόν πατέρα της σάν τό ἁλάτι

Ἡ πριγκήπισσα πού ἀγαποῦσε τόν πατέρα της σάν τό ἁλάτιΜια φορά κι ένα καιρό, ζούσε σε κάποια επαρχία της Ινδίας ένας μαχαραγιάς που είχε εφτά κόρες. Κάποια μέρα τις κάλεσε στην αυλή του και τις ρώτησε:

– Πέστε μου, κορίτσια μου, το κάθε ένα από εσάς, πόσο πολύ με αγαπάτε;

Τα έξι μεγαλύτερα κορίτσια, το ένα μετά το άλλο, απάντησαν:

– Πατέρα, σε αγαπάμε όπως την πιο γλυκιά ζάχαρη…

Το έβδομο παρέμεινε σιωπηλό για λίγο, και όταν πιέστηκε να απαντήσει, είπε:

– Πατέρα, σε αγαπώ όπως το αλάτι…

Ο μαχαραγιάς, που άκουσε με μεγάλη ευχαρίστηση τις απαντήσεις των μεγαλύτερων κοριτσιών, ένιωσε πολύ θυμωμένος με την απάντηση της έβδομής του κόρης. Έτσι, με οργή, διέταξε να την απομακρύνουν αμέσως από μπροστά του και να την εξορίσουν.

Οι υπηρέτες μετέφεραν την πριγκίπισσα μακριά, εγκαταλείποντάς την μέσα στη ζούγκλα. Η καημένη η πριγκίπισσα έκλαψε, έκλαψε πολύ, αναλογιζόμενη τη μοίρα της όταν έφυγαν και την άφησαν εκεί, μέχρι που ήρθε το βράδυ και αποκοιμήθηκε.

Όταν ξύπνησε το επόμενο πρωί, ανακάλυψε με μεγάλη της έκπληξη ένα πιάτο γεμάτο φαΐ και ένα ποτήρι νερό να είναι τοποθετημένα στο προσκεφάλι της. Αναρωτήθηκε ποιος θα μπορούσε να είναι εκείνος που της προσέφερε βοήθεια σε μια τόσο απομονωμένη τοποθεσία. Βάλθηκε αμέσως να τρώει, μια και πεινούσε πολύ, προσευχόμενη στο Θεό να της αποκαλύψει ποιος ήταν αυτός που της έσωσε τη ζωή.

Περίμενε και περίμενε μήπως εμφανιστεί κάποιος, αλλά μάταια. Μη αντέχοντας άλλο την αναμονή σηκώθηκε και κίνησε να βρει εκείνον που της προσέφερε φαγητό. Αφού περπάτησε για πολύ μέχρι που αντίκρισε εκεί στην καρδιά της ζούγκλας, κρυμμένο ανάμεσα στα δέντρα, ένα παλάτι από μάρμαρο να γυαλίζει μεγαλοπρεπές κάτω από το φως του ήλιου. Με μεγάλη δυσκολία διέσχισε την πυκνή βλάστηση του δάσους και πήγε και κτύπησε στην πύλη του παλατιού.

Αν και κανείς δεν απάντησε στο κτύπημά της, οι πόρτες άνοιξαν αποκαλύπτοντάς της ένα κτίριο λευκό σα γάλα, το οποίο περιέβαλαν υπέροχοι κήποι, που φιλοξενούσαν και μια μικρή λίμνη με καθάρια κρυστάλλινα νερά. Μπήκε στην αυλή του παλατιού, αλλά άνθρωπος πουθενά! Διέσχισε άφοβα, με σταθερό βήμα, όλα τα υπέροχα δωμάτια, μέχρι που έφτασε σε ένα, όπου ένα όμορφος πρίγκιπας βρισκόταν ξαπλωμένος λιπόθυμος, καλυμμένος σ’ ολόκληρο το σώμα από βελόνες.

Η πριγκίπισσα κάθισε δίπλα του και άρχισε αμέσως να αφαιρεί από το σώμα του τις βελόνες. Ολόκληρη εκείνη τη μέρα και τη νύχτα ήταν απασχολημένη, και την επόμενη μέρα και την επόμενη και την επόμενη, βγάζοντας προσεκτικά τις βελόνες από το σώμα του πρίγκιπα. Κι όμως, όσο κι αν περνούσαν οι μέρες, πάντα υπήρχαν κι άλλες βελόνες για να αφαιρεθούν.

Επιτέλους, μετά από βδομάδες και βδομάδες δουλειάς, όλες οι βελόνες αφαιρέθηκαν από το σώμα του πρίγκιπα, εκτός από μία που ήταν καρφωμένη στο πρόσωπό του. Η πριγκίπισσα κατάλαβε ότι μάλλον ο πρίγκιπας θα ξυπνούσε μόλις του αφαιρούσε την τελευταία βελόνα και σκέφτηκε να πάει έξω στη λίμνη και να κάνει ένα μπάνιο, και να φροντίσει τον εαυτό της πριν το μεγάλο γεγονός.

Όμως, ο πρίγκιπας ήταν παντρεμένος με μια κακιά γυναίκα. Αυτή ήταν που γέμισε το σώμα του με βελόνες. Αυτή η κακιά γυναίκα, λοιπόν, καθώς η πριγκίπισσα που αγαπούσε τον πατέρα της σαν αλάτι ήταν στη λίμνη, ανακάλυψε ότι οι βελόνες αφαιρέθηκαν από το σώμα του άντρα της. Με πανουργία σκέφτηκε ότι θα μπορούσε να πιστωθεί αυτή με την ανακούφιση του πρίγκιπα από τον πόνο του, έτσι βγάζοντας την τελευταία βελόνα τον επανέφερε στη ζωή.

Όταν η πριγκίπισσα, που αγαπούσε τον πατέρα της σαν αλάτι, επέστρεψε στο δωμάτιο, άκουσε τον πρίγκιπα να ρωτά:

– Ποιος έβγαλε τις βελόνες από το σώμα μου και με επανέφερε στη ζωή;

Ενώ ήταν έτοιμη να απαντήσει, άκουσε μια φωνή πίσω από την κουρτίνα να λέει δυνατά:

– Εγώ, με τη βοήθεια αυτής της νέας υπηρέτριας που ήρθε στο παλάτι.

Η πριγκίπισσα, που αγαπούσε τον πατέρα της σαν αλάτι, ένιωσε αβοήθητη. Δεν ήθελε να πει κάτι, επειδή φοβήθηκε τη γυναίκα του πρίγκιπα. Έτσι, αποδέχτηκε σιωπηλά τη θέση της υπηρέτριας στο παλάτι.

Όταν ο πρίγκιπας απέκτησε πλήρως την υγεία του, άρχισε να παρατηρεί το κορίτσι που δούλευε στο σπίτι και σκέφτηκε ότι ήταν πολύ όμορφη για να είναι υπηρέτρια. Αλλά φοβόταν την κακιά του γυναίκα, κι έτσι δεν τόλμησε να πει τίποτα.

Κάποια μέρα αποφάσισε να πάει ένα μεγάλο ταξίδι σε μια άλλη χώρα και ρώτησε τι γυναίκα του τι θα ήθελε να της φέρει όταν επιστρέψει. Ρώτησε και την υπηρέτρια.

Ενώ η βασίλισσα είπε ότι ήθελε κοσμήματα και μετάξια, η πριγκίπισσα που αγαπούσε τον πατέρα της σαν αλάτι, είπε ότι θα ήθελε να μικρό Ηλιοκούτι.

Ο πρίγκιπας δεν άκουσε ποτέ πριν για ένα τέτοιο πράγμα, κι έτσι δεν ήξερε πως έμοιαζε και που θα μπορούσε να το βρει. Αλλά υποσχέθηκε να της το φέρει κι αναχώρησε για την ξένη χώρα.

Καθώς ταξίδευε, είχε συνέχεια το Ηλιοκούτι στο μυαλό του. Όπου κι αν πήγε το αναζήτησε, αλλά ποτέ κανείς δεν ήξερε κάτι γι’ αυτό.

Όταν ήρθε η ώρα της επιστροφής, ο πρίγκιπας ένιωθε πολύ λυπημένος, επειδή δεν είχε ακόμη βρει το δώρο που του ζήτησε η υπηρέτρια. Μια νύχτα, όμως, καθώς ξάπλωνε σκεφτόμενος το Ηλιοκούτι, είχε ένα όραμα. Είδε τον εαυτό του να διασχίζει ένα δάσος και να κατευθύνεται προς την καλύβα ενός ασκητή, που κοιμόταν, λέει, για εννιά χρόνια και μετά έμενε ξύπνιος για δέκα. Αυτός είχε το Ηλιοκούτι.

Ο πρίγκιπας καβάλησε το άλογό του το επόμενο πρωί και με μερικούς συνοδούς, κίνησε για να βρει το δάσος του ονείρου του. Προχωρούσε και προχωρούσε, μέχρι που έφτασε σ’ ένα μέρος που, είδε έναν ασκητή να κοιμάται, που έμοιαζε ακριβώς όπως εκείνον του ονείρου του. Παρέμεινε εκεί και περίμενε τον άγιο άνθρωπο να ξυπνήσει.

Ο ασκητής ξύπνησε μετά από δύο βδομάδες. Βλέποντας τον πρίγκιπα που καθόταν στα πόδια του υπομονετικά τον ρώτησε αν μπορεί να κάνει κάτι γι’ αυτόν.

– Θέλω το Ηλιοκούτι, άγιε άνθρωπε, παρακάλεσε ο πρίγκιπας ενώνοντας τα χέρια.

– Ζήτησες κάτι το δύσκολο, είπε ο ασκητής, αλλά επειδή είσαι ένας άνθρωπος αφοσιωμένος στο σκοπό σου, θα σου το δώσω

Κι αμέσως κατευθύνθηκε προς μια πηγή. Κατεβαίνοντας στα βάθη της έφτασε στο σπίτι της κόκκινης νεράιδας που, όπως καλά ήξερε, ήταν η κάτοχος του Ηλιοκουτιού, που επιθυμούσε ο πρίγκιπας. Στάθηκε, ψέλνοντας ένα ύμνο στο νερό και η νεράιδα εμφανίστηκε.

– Είμαι στη διάθεσή σου, ω πρίγκιπα των ερημιτών, είπε αυτή.

– Θέλω το Ηλιοκούτι, ω νεράιδα! απάντησε. Με την ταχύτητα μιας αστραπής η μικρή νεράιδα βούτηξε στα νερά και ξαναβγήκε στην επιφάνεια, φέρνοντας μαζί της ένα όμορφο μικρό κουτί.

– Εδώ μέσα υπάρχουν εφτά μικρές κούκλες, εξήγησε, και ένα μικρό μαγικό φλάουτο. Κανείς εκτός απ’ αυτήν που το θέλει δεν πρέπει να το ανοίξει. Κι αυτή πρέπει να το ανοίξει στη διάρκεια της νύχτας.

Ο ασκητής την ευχαρίστησε, πήγε κι έδωσε στον πρίγκιπα το κουτί, λέγοντάς του όλα όσα του είπε η νεράιδα. Ο πρίγκιπας ήταν ενθουσιασμένος. Κρύβοντάς το για ασφάλεια στο τουρμπάνι του, ζήτησε την άδεια του ερημίτη για να φύγει και αναχώρησε αμέσως.

Μόλις έφτασε σπίτι κάλεσε τη γυναίκα του και της έδωσε τα δώρα, κοσμήματα και μεταξωτά, που της είχε φέρει. Μετά κάλεσε την πριγκίπισσα που αγαπούσε τον πατέρα της σαν αλάτι, και της έδωσε το Ηλιοκούτι. Τον ευχαρίστησε. Και μια και ήξερε ότι δεν έπρεπε να το ανοίξει μέχρι το βράδυ, το πήρε και το έκρυψε κάτω από το μαξιλάρι της.

Τη νύχτα, όταν τέλειωσε τις δουλειές της κι έμεινε μόνη, πήγε έξω ολομόναχη, στην καρδιά της ζούγκλας. Κάθισε σ’ ένα ξέφωτο και άνοιξε το Ηλιοκούτι. Το φλάουτο κι οι εφτά μικρές κούκλες έπεσαν έξω. Πήρε στα χέρια της το μαγικό όργανο και, βάζοντάς το στα χείλη της, άρχισε να παίζει. Αργά και σιωπηλά τα κουκλάκια άρχισαν να κινούνται με ρυθμικό τρόπο γύρω της και να φροντίζουν για την εμφάνισή της, χτενίζοντας τα μαλλιά της, στολίζοντάς τα με λουλούδια. Αλλά, καθ’ όλη τη διάρκεια αυτής της φροντίδας, η κόρη που αγαπούσε τον πατέρα της σαν αλάτι, καθώς έπαιζε το φλάουτο, δάκρυζε.

Τελικά ένα από τα κουκλάκια κατάλαβε ότι κάτι δεν πάει καλά και τη ρώτησε:

– Γιατί κλαις, όμορφη κόρη;

– Γιατί ο πατέρας μου στάθηκε απέναντί μου άδικος και σκληρός, απάντησε, και με εξόρισε από το βασίλειό του επειδή είπα ότι τον αγαπούσα σαν αλάτι, ενώ οι αδελφές μου είπαν ότι τον αγαπούσαν σαν ζάχαρη. Αλλά κι επειδή αγαπώ τον πρίγκιπα τον οποίο ανακούφισα από τον πόνο που του προκάλεσαν οι βελόνες, τις οποίες η ίδια του η γυναίκα του κάρφωσε στο σώμα.

– Μην κλαις, μην κλαις, την παρηγόρησαν τα νεραϊδοκουκλάκια. Όλα θα πάνε καλά. Πολύ καλά.

Η πριγκίπισσα τότε άρχισε να ξαναπαίζει το φλάουτο στέλνοντας τα κουκλάκια στο Ηλιοκούτι, κι επέστρεψε στο παλάτι λίγο προτού χαράξει.

Την επόμενη νύχτα πήρε πάλι το κουτί, και πήγε στο ίδιο σημείο στη ζούγκλα. Όλα έγιναν ακριβώς όπως και το προηγούμενο βράδυ, εκτός από το γεγονός ότι τώρα υπήρχε και ένας θεατής. Ένας ξυλοκόπος που περνούσε μέσα από το δάσος καθ’ οδόν προς το σπίτι του, μαγεύτηκε από τη μουσική που άκουσε και πλησιάζοντας την πηγή της, είδε με έκπληξη τα κουκλάκια να χορεύουν.

Χωρίς να γίνει αντιληπτός, σκαρφάλωσε σ’ ένα δέντρο από όπου είδε την πριγκίπισσα να κλαίει και να θρηνεί, και να λέει:

– Ο πατέρας μου στάθηκε άδικος και κακός απέναντί μου και με εξόρισε από το βασίλειό του, επειδή είπα ότι τον αγαπούσα σαν αλάτι ενώ οι αδελφές μου είπαν ότι τον αγαπούσαν σαν ζάχαρη. Και αγαπώ τον πρίγκιπα τον οποίο ανακούφισα από τον πόνο που του προκάλεσαν οι βελόνες, τις οποίες η ίδια του η γυναίκα κάρφωσε στο σώμα του.

Την τρίτη νύχτα, συνέβηκε το ίδιο πράγμα και ο ξυλοκόπος, που και πάλι βρισκόταν στο δρόμο προς το σπίτι του, τα είδε και τα άκουσε όλα. Ένιωθε χαμένος, προβληματισμένος.

Την επόμενη μέρα ο ξυλοκόπος πήγε στο παλάτι και είπε στον πρίγκιπα τι είχε δει. Ο πρίγκιπας ένιωσε μεγάλη έκπληξη και είπε:

– Θα έρθω μαζί σου για να δω το θαύμα με τα μάτια μου.

Εκείνη τη νύχτα, προτού η πριγκίπισσα που αγαπούσε τον πατέρα της σαν αλάτι, φύγει από το παλάτι, ο πρίγκιπας πήγε με τον ξυλοκόπο στη ζούγκλα, και αφού ο τελευταίος του έδειξε το ακριβές σημείο, σκαρφάλωσε στα κλαδιά ενός δέντρου για να παρακολουθήσει. Σύντομα είδε την πριγκίπισσα να έρχεται και να παίζει το φλάουτο της, και τα νεραϊδοκουκλάκια να βγαίνουν απ’ το κουτί, να χορεύουν και να τραγουδούν. Και τότε, εκείνη άρχισε να κλαίει και να θρηνεί, ακριβώς όπως ο ξυλοκόπος του είχε περιγράψει.

Ο πρίγκιπας, που πίστευε ότι αυτή ήταν υπηρέτρια, έμεινε έκπληκτος μαθαίνοντας ότι στην πραγματικότητα ήταν πριγκίπισσα. Χωρίς να το καλοσκεφτεί πήδησε κάτω απ’ το δέντρο, την πλησίασε και την παρακάλεσε να τον συγχωρέσει και να δεχτεί να τον παντρευτεί. Στη συνέχεια τη συνόδεψε στο παλάτι. Αμέσως διέταξε την εξορία της κακιάς του γυναίκας σ’ ένα απομακρυσμένο νησί, και άρχισε να κάνει προετοιμασίες για το γάμο.

Ο πριγκίπισσα, που αγαπούσε τον πατέρα της σαν αλάτι, έγραψε στους γονείς και τις αδελφές της, ζητώντας τους να έρθουν στο γάμο της.

Νιώθοντας μεγάλη έκπληξη που ήταν ακόμη ζωντανή, ήρθαν όλοι. Ο γάμος της τελέστηκε με κάθε μεγαλοπρέπεια και οι συγγενείς της έμειναν μαζί της για λίγες μέρες. Για μια ολόκληρη βδομάδα η πριγκίπισσα σέρβιρε σε όλους κανονικό φαγητό αλατισμένο, αλλά στον πατέρα της, τον μαχαραγιά, έδινε μόνο ανάλατο φαγητό. Στο τέλος της βδομάδας, του προσέφερε ένα γεύμα μ’ αλάτι. Τότε εκείνος αντιλήφθηκε την αξία του αλατιού. Μετάνιωσε για τη σκληρότητα που έδειξε στην κόρη του και, θέλοντας να επανορθώσει, χάρισε σ’ αυτή και στον άντρα της, ένα μέρος του βασιλείου του.

Έτσι, όπως συνήθως λένε στα παραμύθια, έζησαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα…

ΠΗΓΗ: Ινδικό παραμύθι

(Visited 37 times, 1 visits today)




Leave a Reply