Λεξιπαιδιά: Ἄσπρα κοράκια, μαῦρα κοράκια….

Λεξιπαιδιά Ἄσπρα κοράκια, μαῦρα κοράκια....

Ἀπαγορεύεται ἡ ἀναδημοσίευσις τῶν κειμένων τοῦ κυρίου Μιχαὴλ Ἀλεξανδρῆ δίχως ἀναφορὰ τῆς πηγῆς, τοῦ ὀνόματός του καὶ τοῦ ἐπαγγέλματός του ὡς ἔχει!!!
Παρακαλῶ πολὺ σεβαστεῖτε το…
Εὐχαριστῶ.

Φιλονόη

 

 

Προσημαίνω ὅτι τὸ ἀκόλουθο κείμενο δὲν ἔχει καμμία σχέση μὲ τὸ θεατρικὸ ἔργο τοῦ Δ. Ψαθᾶ «Ξύπνα Βασίλη», ὅπου ἀκούεται ἡ φράση «ἄσπρα κοράκια, μαῦρα κοράκια» (ὁ Ἀριστοτέλης μνημονεύει καὶ λευκὸ εἶδος κόρακα). Στὸ κείμενο γίνονται διασαφήσεις καὶ ἐπεξηγήσεις λέξεων, οἱ ὁποῖες παράγονται ἀπὸ τὸ κόραξ.

  1. Ὁ κόραξ δὲν ἀπαντᾶται στὸν Ὅμηρο ὡς πτηνὸ ἀλλὰ ὡς περιφραστικὴ τοπωνυμία τῆς Ἰθάκης «Κόρακος Πέτρη» (ν408), ἡ ὁποία ὀφείλει τὴ γενεσιουργὸ αἰτία στὸ ὁμώνυμο πτηνό, τὸ ὁποῖο ἐνδιαιτᾶτο ἐπὶ πέτρας πάνω σὲ λόφο. Τέτοιες τοπωνυμίες, μάλιστα συχνότατες, ὑφίστανται καὶ σήμερα σὲ πολλὰ μέρη τῆς Ἑλλάδας, ὅπως Κορακόπετρα, Κορακόλιθος> Καρακόλιθο.
  2. Τὸ πτηνὸ κόραξ (Corvus corvus τῆς οἰκογενείας τῶν Corvidae= κορακιδῶν) χαρακτηρίζεται ἀπὸ ἐντελῶς μαῦρο πτέρωμα, διὸ καὶ σήμερα λέγεται “αὐτὸς ἔχει μαλλὶ κοράκι”. Ἡ ἀρχαιοελληνικὴ παροιμιώδης φράση «ἐς κόρακα» ἀπαντᾶται καὶ σήμερα «στὸν κόρακα», ἰσοδυναμοῦσα μὲ κατάρα. Ὑπάρχουν βέβαια κι ἄλλες παροιμιώδεις λαϊκὲς φράσεις, ὅπως «κόρακας κοράκου μάτι δὲ βγάζει», ἡ ὁποία λέγεται ἐπὶ ἀλληλεγγύης ἀνθρώπων ἐχόντων τὸ αὐτὸ κακὸ ποιόν, «ὁταν θ’ ἀσπρίσει ὁ κόρακας καὶ γίνει περιστέρι», ἡ ὁποία λέγεται ἐπὶ μὴ πραγματοποιουμένων περιστάσεων. 
  3. Ἀπὸ τὸ κόραξ προῆλθαν τὰ τῆς Κοινῆς Νέας Ἑλληνικῆς κόρακας (ἀπὸ τὴν ἑνικὴ αἰτιατική) καὶ κοράκι (ἐκ τοῦ κοράκιον καθ’ ὑποκορισμό) καὶ έκ τοῦ τελευταίου τὰ κοράκιον, κοράκιο, κορακιάζω, κορακιστικά, περὶ τῶν ὁποίων διαλαμβάνω κατωτέρω. Βέβαια, ὑπάρχουν καὶ σύνθετες λέξεις, τὶς ὁποῖες παραλείπω.
  • Τὸ κοράκιον> κοράκι (μεταξὺ τῶν πολλῶν σημασιῶν περἰπου ταυτοσήμων) εἶναι μεταλλικὸ ἢ ξύλινο ἄγγιστρο πρὸς σύνδεση δύο πραγμάτων, ὅπως εἶναι ὁ μοχλὸς τῆς πόρτας. Σημαίνει ὅμως καὶ κάθε ῥαμφοειδῆ μοχλό.
  • Τὸ κοράκιο (ἰατρικὸς ὅρος) διεσώθη στὸ κρητικὸ ἰδίωμα ὡς νόσος κυρίων τῶν αἰγοπροβάτων, ἡ ὁποία προέρχεται ἀπὸ ὑπερβολικὴ δίψα καὶ χαρακτηρίζεται ἀπὸ μελανὴ μεμβράνη στὸ σχῆμα καὶ στὸ χρῶμα τοῦ ῥἀμφους τοῦ κόρακα κάτω ἀπὸ τὴ γλώσσα. Παράγωγο αὐτοῦ εἶναι τὸ ῥῆμα κορακιάζω, τὸ ὁποῖο σημαίνει κυρίως «διψῶ ὑπερβολικά, πεθαίνω ἀπὸ τὴ δίψα, πάσχω ἀπὸ τὴ νόσο κοράκιο» ἀλλὰ καί «εἶμαι ὅμοιος μὲ τὸν κόρακα, βήχω ὅπως ὁ κόρακας».
  • Τὰ κορακιστικὰ ἢ κορακίστκα εἶναι συνθηματικὴ γλώσσα, κατὰ τὴν ὁποία μεταξὺ τῶν συλλαβῶν μιᾶς λέξης παρεμβάλλεται μία ἄλλη χωρὶς σημασία: τί γίνεσαι; τίφι γίφινέφεσέφε; (ἤ) τίκι γίκινέκεσέκε; Κατ’ ἐπέκταση δηλώνει κάθε ἀκατάληπτη γλώσσα ἢ διάλεκτο ὁμοιάζουσα κατὰ κάποιον πρὸς τὴ γλώσσα τῶν κοράκων, οἱ ὁποῖοι, σημειωτέον, εἶναι μιμητικά πτηνά.

Μιχαὴλ Χρ. Ἀλεξανδρῆς
Φιλόλογος

(ἡ σελίδα τοῦ Μιχαῆλ ἐδῶ)

φωτογραφία

(Visited 207 times, 1 visits today)




Leave a Reply