Ὁ Τυρταῖος καὶ τὸ «Ἄδωμα τῶν Ἀθηναίων», τοῦ Jean Sibelius

Σὲ καιροὺς πολιτικῶν ἀναταραχῶν τῆς χώρας του ὁ ἐξαίρετος μουσικοσυνθέτης Jean Sibelius συνέθεσε ἕνα μουσικὸ ἔπος γιὰ τὴν ἀνόρθωση τοῦ ἠθικοῦ τῶν συμπατριωτῶν του καὶ πρὸς ἔμπνευση στὸν ἀγώνα τους ὑπὲρ τῆς Ἀνεξαρτησίας.

Σὲ ἕνα ἀπὸ τὰ ἅσματα τοῦ ἐν λόγῳ ἔπους, τὸ «Ἅδωμα τῶν Ἀθηναίων» (Aternanes sång), ὁ Sibelius ἐχρησιμοποίησε τοὺς στίχους τοῦ Σουηδοῦ ποιητοῦ Viktor Rydberg, ἀπὸ τὸ ἔπος του «Δέξιππος», ποὺ ὁ Rydberg εἶχε συνθέση ἐνεπνευσθεὶς ἀπὸ τὰ ἑλληνικὰ κλασσικὰ πολεμικὰ ἰδανικὰ καὶ ἐπηρεασθεὶς ἀπὸ ποιητὰς ὡς ὁ Τυρταῖος. Τὸ ἔπος «Δέξιππος» περιέγραφε τὴν πάλη μεταξὺ τοῦ πολιτισμοῦ τῶν εὐγενῶν Ἑλλήνων καὶ τῆς ἀριθμητικῆς δυνάμεως τῶν βαρβάρων Μήδων.

Ὁ Kullervo πηγαίνει στὸν πόλεμο – Akseli Gallen Kallela

Γιὰ τὸν Sibelius, τὸ «Ἄδωμα τῶν Ἀθηναίων» ἦταν μία ἀναλογία για τὴν τότε σχέση Φινλανδίας καὶ Ῥωσσίας (ἡ Φινλανδία, ἕνα αὐτόνομο Δουκάτο ἕως τότε, εἶχε παραδοθῆ τὸ 1809 ἀπὸ τὴν Σουηδία στὴν Ρωσσία, μὲ τὸν Τσάρο νὰ εἶναι πλέον ὁ θεσμικὸς μονάρχης του), μίας μικρῆς ἀλλὰ γενναίας χώρας, μὲ λιγοστοὺς πολεμιστὲς ἔναντι μίας μεγάλης καὶ ἰσχυροτέρας, μὲ πολυάριθμο στρατό.

Ἐντὸς ὀλίγων μηνῶν ἀπὸ τὴν πρώτη του παρουσίαση, καὶ καθὼς ἡ ῥωσσικὴ λογοκρισία στὴν Φινλανδία ἐγίνετο ὅλο καὶ αὐστηροτέρα, τὸ «Ἄδωμα τῶν Ἀθηναίων» ἔγινε σύμβολον τῆς Ἐλευθερίας κι ἐπαίζετο εὑρέως παντοῦ στὴν Φινλανδία, σὲ διάφορες μουσικὲς παραλλαγές.

Στὶς 6 Δεκεμβρίου 1917, ἡ Φινλανδία διεκήρυξε τὴν ἀνεξαρτησία της, καὶ ἀναγνωρίσθη ὡς νέα χώρα ἀπὸ τὴν Σοβιετικὴ Ἕνωση, τὴν Γαλλία, τὴν Γερμανία καὶ τὴν Σουηδία.

 

Τὸ «Ἄδωμα τῶν Ἀθηναίων» – Atenarnes sång (σουηδικοὶ στίχοι καὶ ἑλληνικὴ μετάφρασις)

Härlig är döden,
när modigt i främsta
ledet du dignar,
dignar i kamp för ditt land,
dör för din stad och ditt hem.Därför med eldhåg
upp att värna fädernejorden!
Ila att offra med fröjd
livet för kommande släkt!

Fram, I ynglingar,
fram i täta, ohyggliga leder!
Aldrig en känsla av skräck,
aldrig en tanke på flykt!

Skam och nesa drabbar en här,
då i fylkingespetsen
fram om de unge man ser
gubben förblöda och dö.

Detta höves ju främst
en yngling, medan han ännu
älskligt i lockarna bär
vår liga blommornas krans.

Fager för kvinnor,
ståtlig för män
må han synas i livet;
skön är han ännu som död,
fallen i slaktningens mitt.

Ὄμορφος εἶναι ὁ θάνατος,
ὅταν θαραλλέος καὶ ἐπικεφαλῆς
πρῶτος σωριάζεσαι χάμω
στὸν πόλεμο γιὰ τὴν χώρα σου
ἔχοντας σκοτωθεῖ γιὰ τὴν πόλη σου καὶ τὸ σπίτι σου.Γι’ αὐτὸ μὲ φλογερὴ καρδιὰ
σήκω καὶ ὑπερασπίσου, τὴν πατρίδα σου! Βιάσου νὰ θυσιάσῃς μὲ χαρὰ τὴν ζωή σου, γιὰ τὶς ἐρχόμενες γενεές.

Ἐμπρὸς νέοι!
Προχωρῆστε σὲ πυκνὲς
φοβερὲς φάλαγγες!
Ποτὲ μὲ αἴσθημα φόβου,
Ποτὲ μὲ σκέψη φυγῆς.

Ντροπὴ καὶ ἀτίμωσις
στιγματίζει ἐδῶ ὅποιον,
μέσα στὴν μάχη μπροστὰ ἀπὸ τοὺς νέους βλέπει τοὺς ἡλικιωμένους
νὰ αἱμοῤῥαγοῦν καὶ νὰ πεθαίνουν.

Εἶναι πολὺ πιὸ προσῆκον καὶ ταιριαστὸ στὸν νέο, νὰ πολεμᾷ στὴν πρώτη γραμμὴ
καθὼς ὄμορφα ἄνθη ἀκόμη
στολίίζουν τὰ μαλλιά του.

Ὄμορφος στὶς γυναῖκες,
μεγαλειώδης στοὺς ἄνδρες
φαίνεται ὅσο ζεῖ, κι ἀκόμη
ὄμορφος φαίνεται στὸν θάνατό του, πεσὼν μέσα στὴν σφαγὴ τῆς μάχης!

Τὸ ποίημα τοῦ Τυρταίου (ἑλληνικοὶ στίχοι καὶ ἀγγλικὴ μετάφρασις):

τεθνάμεναι γὰρ καλὸν ἐνὶ προμάχοισι πεσόντα
ἄνδρ’ ἀγαθὸν περὶ ἧι πατρίδι μαρνάμενον·
τὴν δ’ αὐτοῦ προλιπόντα πόλιν καὶ πίονας ἀγροὺς
πτωχεύειν πάντων ἔστ’ ἀνιηρότατον,
πλαζόμενον σὺν μητρὶ φίληι καὶ πατρὶ γέροντι
παισί τε σὺν μικροῖς κουριδίηι τ’ ἀλόχωι.
[It is beautiful when a brave man of the front
ranks falls and dies, battling for his homeland,
and ghastly when a man flees planted fields
and city and wanders begging with his dear mother,
aging father, little children and true wife.
ἐχθρὸς μὲν γὰρ τοῖσι μετέσσεται οὕς κεν ἵκηται,
χρησμοσύνηι τ’ εἴκων καὶ στυγερῆι πενίηι,
αἰσχύνει τε γένος, κατὰ δ’ ἀγλαὸν εἶδος ἐλέγχει,
πᾶσα δ’ ἀτιμίη καὶ κακότης ἕπεται.
εἶθ’ οὕτως ἀνδρός τοι ἀλωμένου οὐδεμί’ ὤρη
γίνεται οὔτ’ αἰδὼς οὔτ’ ὀπίσω γένεος.
θυμῶι γῆς πέρι τῆσδε μαχώμεθα καὶ περὶ παίδων
θνήσκωμεν ψυχέων μηκέτι φειδόμενοι.
ὦ νέοι, ἀλλὰ μάχεσθε παρ’ ἀλλήλοισι μένοντες,
μηδὲ φυγῆς αἰσχρῆς ἄρχετε μηδὲ φόβου,
ἀλλὰ μέγαν ποιεῖτε καὶ ἄλκιμον ἐν φρεσὶ θυμόν,
μηδὲ φιλοψυχεῖτ’ ἀνδράσι μαρνάμενοι·
He will be scorned in every new village,
reduced to want and loathsome poverty;
and shame will brand his family line,his noble figure.
Derision and disaster will hound him.
A turncoat gets no respect or pity;
so let us battle for our country and freely give
our lives to save our darling children.
Young men, fight shield to shield and never
succumb to panic or miserable flight,
but steel the heart in your chests
with magnificence and courage.
Forget your own life when you grapple with the enemy.
τοὺς δὲ παλαιοτέρους, ὧν οὐκέτι γούνατ’ ἐλαφρά,
μὴ καταλείποντες φεύγετε, τοὺς γεραιούς.
αἰσχρὸν γὰρ δὴ τοῦτο, μετὰ προμάχοισι πεσόντα
κεῖσθαι πρόσθε νέων ἄνδρα παλαιότερον,
ἤδη λευκὸν ἔχοντα κάρη πολιόν τε γένειον,
θυμὸν ἀποπνείοντ’ ἄλκιμον ἐν κονίηι,
αἱματόεντ’ αἰδοῖα φίλαις ἐν χερσὶν ἔχοντα–
αἰσχρὰ τὰ γ’ ὀφθαλμοῖς καὶ νεμεσητὸν ἰδεῖν,
καὶ χρόα γυμνωθέντα· νέοισι δὲ πάντ’ ἐπέοικεν,
ὄφρ’ ἐρατῆς ἥβης ἀγλαὸν ἄνθος ἔχηι,
ἀνδράσι μὲν θηητὸς ἰδεῖν, ἐρατὸς δὲ γυναιξὶ
ζωὸς ἐών, καλὸς δ’ ἐν προμάχοισι πεσών. ἀλλά τις εὖ διαβὰς μενέτω ποσὶν ἀμφοτέροισι
στηριχθεὶς ἐπὶ γῆς, χεῖλος ὀδοῦσι δακών.
Never run and let an old soldier collapse
whose legs have lost their power.
It is shocking when an old man
lies on the front line before a youth:
an old warrior whose head is white
and beard gray, exhaling his strong soul into the dust,
clutching his bloody genitals in his hands:
an abominable vision, foul to see:
his flesh naked. But in a young man
all is beautiful when he still possesses
the shining flower of lovely youth.
Alive he is adored by men, desired by women,
and finest to look upon when he falls dead in the forward clash.Let each man spread his legs, rooting them in the ground,
bite his teeth into his lips, and hold.]

Ἑκάτη Πέρσεια

 

 

 

(Visited 79 times, 1 visits today)




Leave a Reply