Τώρα ποὺ κι αὐτὴ ἡ χρονιὰ εὑρίσκεται στὸ τέλος της, πολλὰ εἶναι τὰ ὄνειρά ποὺ περιμένουν πίσω ἀπὸ τὶς κουρτίνες, πολλὲς εἶναι οἱ δημιουργικὲς σπίθες ποὺ περιμένουν νὰ μετατραποῦν σὲ φλόγες, πολλὲς ἐπιθυμίες ποὺ περιμένουν νὰ βγοῦν στὸ φῶς.
Χρονολογικὰ εἴμαστε στὸ τέλος τοῦ χρόνου, ἀλλὰ στὴν πραγαματικότητα εἴμαστε σὲ μιὰ νέα ἀρχὴ τοῦ ταξειδιοῦ μας.
Ὁ Δρόμος εἶναι γεμάτος ἄπειρες χαρές, ποὺ περιμένουν νὰ ἀποκαλυφθοῦν μέσα ἀπό τὶς μικρὲς ἤ μεγάλες στιγμές.
Νὰ θυμάσαι ὅτι τὸ μονοπάτι εἶναι ἑλικοειδὲς καὶ ἔχει πολλὰ στρυφογυρίσματα. Συνέχεια


Οἱ παλιοί αὐτόχθονες Ρωμηοί Ξανθιῶτες μιλοῦν ἰδιωματικά μέ θυμόσοφο λαϊκό τρόπο. Στά παζάρια, τά μικρομάγαζα καί τά ἐργαστήρια βρίσκονται τά προϊόντα μιᾶς προβιομηχανικῆς ἐποχῆς, ἀπό τά τοπικά ὑφαντά καί τήν τοπική κουζ
Ὁμολογῶ πὼς τέτοιες ἀναρτήσεις μοῦ ἀπαγορεύουν οἱ γνώσεις μου νὰ τὶς παίρνω στὰ σοβαρά, διότι ἀφοροῦν σὲ μακροικονομικὲς δοξασίες. Ἀρχικὰ καὶ κύρια, ἡ στατιστικὴ εἶναι μιὰ ἐπιστήμη ἐξαπατήσεως καὶ ἐλέγχου πληθυσμῶν (ὅπως καὶ μακροοικονομία). Ἔστω ὅμως καὶ ἂν ἐπιχειρηθῇ νὰ ἀξιολογηθῇ μιὰ τέτοια στατιστική, τί ἀκριβῶς σημαίνει τό «κατά κεφαλήν εἰσόδημα»; Ὅταν κάποιος δὲν ἔχῃ καθόλου εἰσοδήματα, αὐτόματα μετατρέπεται σὲ ἔνα νούμερο, τὸ ὁποῖο ἡ «στατιστικὴ ἐπιστήμη» βολεύει στὰ μοντέλα της, «ἀφαιρώντας» 19.000 εὔρω (ἀπὸ ἔναν κρατικοδίαιτο δημοσιογράφο π.χ. ποὺ κονομάει 500.000) ὥστε νὰ δημιουργήσῃ τὸν «μέσον ὅρον». 