Χρήσιμοι ἤ περιττοί χαραμοφάηδες;

Σὲ μία γελοιογραφία τοῦ Δημήτρη Χαντζοπούλου ἀπὸ τὶς ἀρχὲς τῆς οἰκονομικῆς κρίσεως, δύο φιγοῦρες, ποὺ ἀπὸ τὰ λόγια τους συμπεραίνουμε ὅτι πρόκειται γιὰ δημοσίους ὑπαλλήλους, συνομιλοῦν γιὰ τὸ φλέγον (τότε) θέμα τῆς ἐπικειμένου ἀξιολογήσεως στὸ Δημόσιο. Εἶναι ἀραχτοὶ στὶς καρέκλες τους, τὰ πόδια ἁπλωμένα νὰ ἀναπαύονται σὲ ἄλλες καρέκλες. Λέει ὁ ἕνας: «φοβᾶμαι τώρα μὲ τὴν ἀξιολόγηση μήπως μᾶς βγάλουν ἀχρήστους». Καὶ ἀπαντᾶ ὁ ἄλλος: «Αὐτὸ δὲν εἶναι τίποτα· ἐγὼ φοβᾶμαι μήπως ἀξιολογηθοῦμε καὶ εὑρεθοῦμε ἱκανοί».

Ἂς ἀφήσουμε κατὰ μέρος τὸ πρόδηλο πολιτικὸ ὑπονοούμενο, ἕναν κοινὸ τόπο τῆς φιλομνημονιακῆς ῥητορικῆς, μία νεοφιλελὲ καρικατούρα τοῦ δημοσίου ὑπαλλήλου ὡς ἀργοσχόλου χαραμοφαγᾶ, καὶ ἂς δοῦμε τὸ σκίτσο ἀπὸ μία διαφορετικὴ ὀπτικὴ γωνία. Τὸ ὀπτικοποιημένο αὐτὸ ἀνέκδοτό μας προσφέρει μία ἐξαιρετικὴ εἰκονογράφηση τῆς ψυχαναλυτικῆς ἐννοίας τοῦ συμπτώματος. Ἂν ἡ ἀξιολόγησις «ἀποκαλύψῃ» ὅτι οἱ δύο ὑπάλληλοι εἶναι ἀνίκανοι, ἄχρηστοι, περιττοί, διεφθαρμένοι, ποὺ πρέπει νὰ ὑποστοῦν πειθαρχικὲς κυρώσεις, ἕως καὶ ἀπόλυση, αὐτὸ θὰ εἶναι βεβαίως ἐπώδυνο· ἐντούτοις θὰ πρόκειται γιὰ κάτι ποὺ οἱ ἴδιοι ἐγνώριζαν ἐκ τῶν προτέρων καὶ μάλιστα τὸ ἀνέμεναν ὡς πιθανὸ («κάθε κατεργάρης στὸν πάγκο του»).
Ἐάν, ἀντιθέτως, ἡ ἀξιολόγησις καταλήξῃ ἀπρόσμενα ὅτι οἱ ὑπάλληλοι εἶναι ἐπαρκεῖς στὴν δουλειά τους καὶ χρήσιμοι, δηλαδὴ ἀξιομισθοὶ καὶ παραγωγικοί, τὸ συμβολικό τους σύμπαν καταῤῥέει.

Τὸ σύμπτωμα -ἐν προκειμένῳ ἡ βρωμερή, κρυφὴ ἀπόλαυσις ποὺ ἔγκειται στὴν γνώση ὅτι ἦσαν χαραμοφάηδες τεμπελχανάδες ποὺ ἐπὶ χρόνια παρασιτοῦσαν στὴν πλάτη τοῦ φορολογούυμένου χωρὶς νὰ ἐπιστρέφουν ὡς κοινωνικὴ ἀξία τὶς παχυλὲς ἀπολαβὲς τοὺς- εἶναι αὐτὸ ποὺ τοὺς συγκροτεῖ ὡς κλειστὴ συνεκτικὴ ὁμάδα. Ἐὰν τὸ σύμπτωμα ἐξουδετερωθῇ -μὲ τὴν ἀπροσδόκητο διαπίστωση ὅτι στὴν πραγματικότητα τόσα χρόνια δὲν παρασιτοῦσαν ἀλλὰ προσέφεραν ὠφέλιμες ὑπηρεσίες στὸ κοινωνικὸ σύνολο χωρὶς νὰ τὸ ξέρουν- χάνουν τὴν ὀντολογικὴ συνοχή τους καὶ παύουν νὰ ὑπάρχουν. Τὸ σύμπτωμα εἶναι τὸ Πραγματικό της ἐνόχου ἀπολαύσεως: μία ἀηδιαστικὴ πληγὴ ἐξωτερικὴ ὡς πρὸς τὸ ὑποκείμενο, στὴν ὁποία ὅμως ἔγκειται ὅλη ἡ οὐσία του.
Πληγῆ «ἐξωτερική», καθὼς τὸ κοπροσκύλιασμα καὶ τὸ σαμποτάρισμα τῆς παραγωγῆς δὲν περιλαμβάνονται τυπικὰ στοὺς ὅρους τῆς συμβάσεως ἐργασίας ποὺ ὑπέγραψαν ὅταν προσελήφθησαν. Τὸ σύμπτωμα εἶναι τὸ παράσιτο, τὸ ζιζάνιο, ἡ παθολογικὴ ἀκανονιστία ποὺ νοθεύει τοὺς ὅρους τοῦ παιχνιδιοῦ, μία ἐμπλοκὴ στὸ δίκτυο τῶν συμβολικῶν σχέσεων. Ἐὰν ὅμως καταργηθῇ καὶ ἐξουδετερωθῇ προκύπτει μία κατάστασις πολὺ χειροτέρα ἀπὸ τὴν προηγουμένη: οἱ ὑπάλληλοι ἀνακαλύπτουν ἔντρομοι ὅτι τόσα χρόνια εἶχαν πιασθῆ κορόιδα ποὺ δούλευαν σκληρὰ καὶ πὼς οἱ πραγματικοὶ suckers τῆς ὑποθέσεως δὲν ἦσαν οἱ φορολογούμενοι ποὺ τοὺς συντηροῦσαν ἀλλὰ οἱ ἴδιοι! Πρόκειται γιὰ μία συνθήκη ἀδυνάτου ἐπιλογῆς, ἕναν «διπλὸ δεσμὸ» (double bind), ὅπου ἡ θεραπεία εἶναι χειροτέρα της ἀῤῥώστειας. Τὸ σύμπτωμα εἶναι ὁ τρόπος ποὺ τὰ ὑποκείμενα «ὀργανώνουν τὴν ἀπόλαυσή τους»· τὸ ἀγαποῦν καὶ δὲν διατίθενται νὰ τὸ ἀποποιηθοῦν μὲ τίμημα τὴν γνώση καὶ τὴν ἀλήθεια, διότι ἡ γνώσις καὶ ἡ ἀλήθεια καταστρέφουν τὴν ἀπόλαυση. Ἡ ἀλήθεια καὶ ἡ γνώσις ἰσοδυναμοῦν μὲ τὴν αὐτοκατάργηση. Στὸ κοσμολογικὸ ἐρώτημα τοῦ Leibniz, «γιατί νὰ ὑπάρχῃ κάτι, παρὰ νὰ μὴν ὑπάρχῃ τίποτα;», ἡ ἀπάντησις τοῦ Λακᾶν εἶναι τὸ σύμπτωμα, δηλαδὴ ἡ ἀπόλαυσις.

Ἐξοργισμένος Ἕλλην

(Visited 183 times, 1 visits today)




Leave a Reply