Ἐσύ χρωστᾶς, ὂχι ἐγώ… Τό ξέχασες;

Σέ ὃρισα διαχειριστή τῶν οἰκονομικῶν μου καί τά διέλυσες. Ἀνέλαβες ταμεῖα καί χρῆμα. Δέν ἒλαβες ποτέ ἀποφάσεις τέτοιες ποὺ νά τά στηρίζουν ἢ νά τά ἐνισχύουν! Χρησιμοποίησες τήν θέσι σου γιά νά καλύψῃς τίς δικές σου φιλοδοξίες καί νά ὑποστηρίξῃς τόν δικό σου κομματικό μηχανισμό. Δέν  θυμήθηκες καί δέν σὲ ἀπησχόλησε πώς εἶσαι ἁπλός διαχειριστής!!! Πάντα φερόσουν ὡς ἰδιοκτήτης! Χρωστᾶς λοιπόν. Σκέψου το!

 

Συνέχεια

Ἡ Ἀνθρωπότης ἐπιστρέφει;

Ὃλο αὐτό τό παράλογον οἰκοδόμημα πού ἒχει στηθεῖ  καί σκεπάζει ὡς ὀμίχλη, ἢ ἀκόμη χειρότερα, ἐξαφανίζει ἀπό τό ὀπτικό μου πεδίο, κάθε τι ὑγιές καί ἂριστον, μέ «πνίγει».

Προσπαθεῖ νὰ μὲ «πείσῃ» γιά τό «λογικόν» τοῦ παραλόγου. Ὃμως ἐξακολουθοῦν ἐντός μου νὰ ὑφίστανται «κεραῖες» ἐντόπισμοῦ τῶν ἀτοπημάτων του.

Παραλλήλως,  ἡ διαστρέβλωσις παραδοσιακῶν ἀρχῶν καί ὀπτικῶν, ὡς καταιγίδα σαρώνει καί ἀποσαθρώνει, ὃσες  ἀξίες ἐδομήθησαν ἀπό ἀρχαιοτάτων χρόνων καί καθῲρισαν τούς ὃρους καί τίς βάσεις τοῦ ἠθικῶς ζεῖν καί σκέπτεσθαι.

Ἡ παραποίησις ἐννοιῶν, πού ὁδηγοῦσαν τήν ἀνθρώπινον σκέψι καί στάσι ζωῆς στήν ἀνάδειξιν τῶν βελτίστων ἐκφράσεών της, ἒχει λάβει διαστάσεις ἐπικίνδυνες. Ὃταν γιά παράδειγμα κάποτε ὁ ἂνθρωπος θεωροῦσε ὑπέρτατον χρέος του νά πορεύεται ὡς καλός κι ἀγαθός,  ἐν ὦ σήμερα ἡ λέξις ἀγαθός ἒχει ταυτιστεῖ μέ τό «χαζός», αὐτομάτως,  μή συνειδητά, ὑποβιβάζεται ὁ ῥόλος τῆς ὑπάρξεως τοῦ ἀνθρώπου ἐπί τῆς γῆς στά ἀναγκαῖα κι ἀπαραίτητα τῆς ἐπιβιώσεως.

Ἡ ὃλο καί μεγαλυτέρα ἀπομάκρυνσις τοῦ ἀνθρώπου ἀπό παραδοσιακῶς κεκτημένες ὑποχρεώσεις  καί δικαιώματα,  ὃπως γιά παράδειγμα τό δικαίωμα-ὑποχρέωσις τοῦ ἂρχειν καί   ἂρχεσθαι,  ἒχει καταντήσει μάστιγα πού καταφέρεται ἐναντίον τῆς ἐπιβιώσεως κάθε μικρῆς ἢ μεγάλης κοινωνίας. Συνέχεια

λαός προσκυνημένος, λαός χαμένος….

Ἦλθαν νύκτα στὸ σπίτι μας… Μᾶς ξύπνησαν μὲ κτυπήματα καὶ κλωτσιὲς. Μᾶς βίασαν καὶ κάποιους τοὺς σκότωσαν…. Ὃσους ζήσαμε μᾶς πέταξαν στὸν δρόμο καὶ μᾶς εἶπαν «βαδίζετε»… Ποιὸς νὰ ῥωτήσῃ; Ποιὸς νὰ τολμήσῃ νὰ ῥωτήσῃ; Ἀτέλειωτες ὧρες πορείας κάτω ἀπό καυτό ἣλιο ἢ ἀσταμάτητη βροχή. Μέσα σὲ κρύα καὶ σὲ χιόνια!!  Τὰ κορμιά ἒπεφταν κατά γῆς σὰν μυίγες!!! Ἀγαπημένα πρόσωπα ἒμεναν γιά πάντα πίσω, ἂψυχα, χωρίς χαμόγελο καὶ μὲ μίαν πίκραν στὸ βλέμμα.  Ἓνα “γιατί;” γέμιζε τὸ εἶναι μας… Ἀλλά, ποιὸς νὰ ἀπαντήσῃ; Κάποιοι ἒφυγαν νύχτα. Φίλησαν πολυαγαπημένα μάτια καὶ χαιρέτησαν γιὰ πάντα. Ξέφυγαν; Ἲσως… Ἲσως νὰ μὴν τοὺς θέρισε ἡ πείνα καὶ ἡ δίψα… Ἲσως νὰ μὴν τοὺς ἒκοψε σπαθί βαρβάρου… Ἲσως νὰ ἀλλαξοπίστησαν γιὰ νὰ ζήσουν… Ἲσως ἁπλῶς νὰ ἒσβησαν λίγα μέτρα παραπέρα…. Ουδέποτε θὰ μάθουμε… Συνέχεια