Ἡ κάθε ἡμέρα εἶναι μία νέα εὐκαιρία γιὰ νὰ ξαναπιάσουμε τὴν ζωή μας ἀπὸ τὴν ἀρχή.
Νὰ μπορέσουμε νὰ δοῦμε μὲ νέα ματιὰ ὅλα αὐτὰ ποὺ ἐπέρασαν ἀλλὰ ἰδίως αὐτὰ ποὺ ἔρχονται…
Ἡ κάθε μας ἡμέρα πρέπει νὰ εἶναι μία νέα ἀρχή.
Μία ἄλλη γεύσις.
Μία ἀκόμη προσπάθεια γιὰ νὰ ἀνεβοῦμε ὑψηλότερα…
Συνέχεια
Ἀρχεῖα ἐτικέττας: σκέψεις
Τά παιδιά τῆς γωνίας
Να χαίρεσαι που δεν σε λογαριάζουν γιατί αν κατάφερες αυτό, τότε έχεις κερδίσει τον μισό πόλεμο ενάντια στα ξένα και εντόπια καθίκια. Αν κατάφερες να κρατήσεις τις υπομονές σου μετατρέποντας τες σε λογική, τότε να είσαι σίγουρος ότι αρχίζεις από μονάδα να γίνεσαι ο επικίνδυνος άνθρωπος της γωνίας. Αυτός που και σε ειρηνικές αλλά και εμπόλεμες καταστάσεις έδινε την μια τον ιδρώτα του και την άλλη το αίμα του, κι όταν ολοκλήρωνε αυτό που το κοινωνικό και ανθρωπιστικό καθήκον τού όριζε, αποτραβιόταν και πάλι στη γνωστή γωνία. Ἄνθρωπος στὸ φεγγάρι.
Πήρα την απόφαση. Θα φτιάξω έναν πύραυλο από χαρτί και σοκολάτα, θα βάλω χρώματα στα πλαϊνά του και στην μύτη του μπροστά θα βάλω το σήμα της Mustang, που από μικρό παιδί επιθυμούσα να αποκτήσω. Πιλοτήριο θα έχει μόνο για έναν κυβερνήτη: για την αφεντιά μου. Το ντεπόζιτο θα χωρά 3,000 λίτρα τσίπουρο από αυτό που συνηθίζαμε να πίνουμε στα πανηγύρια και 5,000 λίτρα ουίσκι από αυτό που συνηθίζαμε να πίνουμε στα μοναχικά μας βράδια. Θα κολλήσω στο παρμπρίζ του πυραύλου μου τις φωτογραφίες όλων αυτών που τίποτε δεν μου ζήτησαν και τόσα μου έδωσαν και στο καθρεφτάκι θα κρεμάσω το φυλαχτό που μου’ δωσε η μάνα μου όταν έφευγα πρώτη φορά απ’ το σπίτι στα δεκαεπτά μου.
Συνέχεια
«Καί ἡ Βαγγελίτσα; Τί θά κάνῃ ἡ Βαγγελίτσα;»
Προχθὲς τὸ ἀπόγευμα εἶχα τὶς ἐπισκέψεις μου. Ἦταν τὴν ἡμέρα ποὺ μᾶς ἀνεκοινώθη πὼς κλείνει ἡ ΕΡΤ καὶ ὅλος ὁ κόσμος μὲ αὐτὴν καταπιανόταν.
Οἱ ἐπισκέψεις μου λοιπόν, συγγενεῖς, οἱ ὁποῖοι ἐδῶ καὶ μῆνες σκυλό-ἐξύβριζαν τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους, τὰ βολέματά τους, τὶς τεμπελιές τους, ξαφνικά, ἔτσι, δίχως αἴτιο, ἄρχισαν νὰ θρηνοῦν γιὰ μίαν Βαγγελίτσα, ἡ ὁποία θὰ ἔχανε τὴν δουλειά της.
«Καὶ τὶ καλὸ κορίτσι… Καὶ τὶ ἐργατικό… Καὶ τὶ κοινωνικό… Καὶ τὶ ἄτυχο… Καὶ τί… καὶ τί…»
Μήπως πᾶμε γιά ἐκλογές;
Δὲν ξέρω τὶ συμβαίνει ἐκεῖ ἔξω… Οὔτε γνωρίζω τὸ τὶ κουβαλᾶ ἡ κούτρα τοῦ κάθε κουδουνισμένου ποὺ τὸ παίζει κάτι σὰν …κυβερνήτης, σὰν …διασώστης, σὰν …ΝΑΙ-ΝΑΙ-κος…
Αὐτὸ ποὺ ξέρω εἶναι πὼς τὰ ψωμάκια κάποιων λιγοστεύουν…
Λίγο μὲ τὴν ΕΡΤ, λίγο μὲ τὶς ΔΕΚΟ, λίγο μὲ τὴν γενικοτέρα κατάστασι τῆς ἐξαθλιώσεως, ἕνα ἀντιλαμβάνομαι.
Ἀνεξαρτήτως τοῦ ἐὰν θά, ἤ δὲν θά, πᾶμε γιὰ ἐκλογὲς τώρα, ὅταν μὲ τὸ καλὸ θὰ μᾶς τὶς φέρουν, θὰ πέσῃ καὶ πολὺ γέλιο ἀλλὰ πολὺ περισσότερο μαύρισμα!!!
Συνέχεια
Ἡ μικρὴ κόκκινη κλώσσα.
Μια φορά κι έναν καιρό, ήταν μια μικρή κόκκινη κλώσα, που σκάλιζε το χώμα στη φάρμα που ζούσε, μέχρι που ανακάλυψε μερικούς σπόρους σιταριού. Φώναξε τότε τους γείτονές της και τους είπε:
– Αν φυτέψουμε αυτούς τους σπόρους, θα μπορέσουμε να έχουμε ψωμί να φάμε. Ποιος θα με βοηθήσει στο όργωμα και στο φύτεμα; Ρώτησε η μικρή κόκκινη κλώσα.
– Όχι εγώ, είπε η αγελάδα, τέλειωσε το ωράριο μου.
– Όχι εγώ, είπε η πάπια, σήμερα έχω ημιαργία.
– Όχι εγώ, είπε το γουρούνι, έχω πάρει άδεια αιμοδοσίας.
– Όχι εγώ, είπε η χήνα, ψάχνω για δουλειά.