Ὁ Κεμὰλ ἦταν ἐμπρός τους ἀγγελούδι!

Καὶ τὶ ἀγγελούδι!
Κατὰ τὶς ἐπίσημες καταγραφὲς μόνον 1.500.000 ἔφαγε. Ὁ ἀριθμὸς βέβαια αὐξάνεται δραματικά, ἐὰν συνυπολογίσουμε ὅλες αὐτὲς τὶς οἰκογένειες ποὺ ξεκληρίστηκαν ὁλοσχερῶς ἤ ἀκόμη κι αὐτούς, ποὺ πρὸ κειμένου νὰ ἐπιβιώσουν, ἄλλαξαν ταὐτότητα. Κι αὐτοὶ μέσα στοὺς γενοκτονημένους εἶναι.

Ἀλλὰ εἴπαμε…
Ὁ Κεμὰλ μπροστά τους ἦταν ἀγγελούδι!!! Μὲ πτερά, πέπουλα, λέλουδα… Ξέρετε τώρα…

Συνέχεια

Ἁπλᾶ ἀρνοῦμαι.

Αρνούμαι να αποδεχθώ οποιονδήποτε νόμο έχει μπει σε ισχύ από την ώρα που προδότες μετατρέψανε την χώρα μου σε χρεωκοπημένο υποκατάστημα παγκόσμιας τράπεζας.  Υπάρχει μια αόρατη γραμμή μεταξύ εκείνης της ημέρας και της προηγούμενης . Στέκομαι πάνω της κοντά τρία χρόνια σαν να βρίσκομαι στην ζώνη πολέμου μεταξύ της χώρας μου και του κράτους τους.

Αρνούμαι να αποδεχθώ οποιαδήποτε απόφαση δικαστηρίου που θα στηρίζεται σε αυτούς τους κατοχικούς νόμους και βεβαίως δεν πρόκειται να δείξω κανέναν σεβασμό στους δικαστές που θα κληθούν να με κρίνουν. Τους έχω ήδη καταδικάσει από την ώρα που περίμενα σε εκείνη την γραμμή με τα δυο μου πόδια μες στο κρύο να έρθουν να αποδώσουν την δικαιοσύνη στην οποία ορκίστηκαν να υπηρετούν μέχρι θανάτου.

Τὸ δένδρο τῶν προβλημάτων.

Μόλις είχε τελειώσει μια δύσκολη μέρα για τον ξυλουργό που είχαμε προσλάβει για της ανακαίνιση ενός παλιού σπιτιού στο χωριό. Όλα του είχαν πάει στραβά εκείνη την ημέρα.

Το πρωί είχε μείνει από μπαταρία το αυτοκίνητο του οπότε καθυστέρησε να έρθει, στη συνέχεια χάλασε το ηλεκτρικό πριόνι, και στο τέλος της ημέρας διαπίστωσε ότι είχε ξεφουσκώσει το λάστιχο του αυτοκινήτου. Προσφέρθηκα να τον πάω σπίτι του.

Σε όλη τη διάρκεια του δρόμου, ήταν σιωπηλός. Όταν φτάσαμε στο σπίτι του, με προσκάλεσε να τον συνοδέψω για να με γνωρίσει στην οικογένεια του. Καθώς περπατούσαμε προς την είσοδο του σπιτιού, σταμάτησε για λίγα λεπτά μπροστά από ένα μικρό δέντρο, αγγίζοντας στο τέλος τις άκρες των κλαδιών με τα Συνέχεια

Ὁ δρόμος. (β)

Ὁ δρόμος εἶναι ἐπάνω ἀπὸ τὰ μάτια μας
καὶ τὸ μόνο ποὺ χρειάζεται εἶναι νὰ πλέξουμε τὰ χέρια μας,
νὰ τὰ κάνουμε ἕνα μακρύ – μακρὺ χέρι
καὶ νὰ τραβήξουμε τὸν ἥλιο.
Τότε θὰ δοῦμε ὅτι τὰ δεσμά μας δὲν ὑπῆρχαν,
ὅτι οἱ ἐλέφαντες εἶχαν μεγαλώσει,
ὅτι τὸ μόνο ποὺ μᾶς κρατοῦσε ἦταν οἱ ἐντολὲς τῶν παλιάτσων
ποὺ ἐτράνταζαν τὸ σκοτάδι μὲ τὰ μεγάφωνά τους. Συνέχεια

Μάλλον ἔχουμε μπερδεύσει τὶς ἔννοιες.

Μᾶλλον ἔχουμε μπερδεύσει τὶς ἔννοιες καὶ τοὺς ὁρισμούς…
Ἄλλο «εἶμαι ῥατσιστὴς», ἄλλο «εἶμαι ἀφιλόξενος», ἄλλο «σὲ φιλοξενῶ» καὶ ἄλλο μοῦ «κατσικώνεσαι» μὲ τὸ ζόρι! Πεῖτε μου ἕναν Ἕλληνα ἀφιλόξενο!!!
Νὰ σὲ καλέσω σπίτι μου «φίλε» καὶ νὰ βγῶ ἀπὸ τὸ κρεββάτι μου νὰ κοιμηθῇς!!!
Νὰ σοῦ βάλω τὴν καλλίτερη μερίδα νὰ φᾷς.
Νὰ σὲ σεργιανίσω στὰ μέρη τῆς Πατρίδος μου.
Γιὰ συγκεκριμένο χρονικὸ διάστημα ὅμως. Ὅσο θέλω νὰ σὲ φιλοξενήσω!!! Συνέχεια

Γιὰ ἕνα γραμμάριο…

Σκέψου ότι σήμερα είναι η τελευταία ημέρα σου στον πλανήτη. Τέλος στα δεδομένα και στο αύριο. Σκέψου ότι, ό,τι άγγιξες και κοίταξες θα παρασυρθεί σαν την άμμο στα ξερά ακρογιάλια των καλοκαιριών σου. Ένα κλικ τελευταίο ενός φωτογράφου που σε ακολουθεί από την πρώτη στιγμή της συλλήψεως σου στην κοιλιά της μάνας σου. Το τελευταίο πλάνο και τώρα πρέπει εσύ να αποφασίσεις αν η φωτογραφία αυτή θα είναι ασπρόμαυρη ή έγχρωμη. Αν θα έχει φόντο και αν θα γελάς. Θα κοιτάς ευθεία ή τον ορίζοντα. Τι είναι πιο σημαντικό για να απλώσεις το βλέμμα σου;
Συνέχεια