Κάποιες φορές, ὅταν περνῶ ἀπὸ τὴ γειτονιὰ τῶν παιδικῶν μου χρόνων, ἔρχονται οἱ μυρωδιὲς ἀπὸ τίς παιδικὲς ἀναμνήσεις, εἰκόνες κι ἀναμνήσεις ποὺ κάποιες ἀπὸ αὐτὲς μὲ πιέζουν ἀκόμη. Σχολικὰ χρόνια, τιμωρίες, ἕνα πουλὶ σκοτωμένο ἀπὸ σφεντόνα, ἡ τσέπη τοῦ παλτοῦ νὰ κολλᾷ ἀπὸ τὴν τσίχλα ποὺ ἐπιπόλαια εἶχα κρύψει τὴν ὥρα τοῦ μαθήματος, κυριακάτικα σκισμένα παντελόνια, ἀγορίστικα παιχνίδια ποὺ τὰ προτιμοῦσα ἀπὸ αὐτὰ τῶν κοριτσιῶν, ὑπέροχα πρωϊνὰ συναισθήματα, μεγάλα ὄνειρα ποὺ ἔνοιωθα ὅτι μὲ ἕνα σάλτο μπορῶ νὰ τὰ ἀγγίξω. Τὸ πιὸ μεγάλο μυστήριο ἦταν τότε γιὰ ἐμένα ὁ μπλὲ οὐρανὸς καὶ τὰ ἀστέρια, τὸ πιὸ ὡραῖο ὄνειρο μοῦ ἦταν ἡ θάλασσα καὶ ὁ μεγαλύτερος ἐφιάλτης μου ὁ καλοκαιρινὸς ὑποχρεωτικὸς μεσημεριάτικος ὕπνος. Θυμᾶμαι ἔτσι πολὺ μακρυνὰ μιὰν αἴσθησι, ποὺ μᾶλλον τὴν ἔχουν ὅλα τὰ παιδιά, κάποιες λεπτὲς διασυνδέσεις ἀνάμεσα στὰ μάτια καὶ στὰ αὐτιά, στὶς μυρωδιὲς καὶ στὶς γεύσεις, ἐταύτιζα τοὺς ἤχους καὶ τὰ γράμματα τῆς ἀλφαβήτου μὲ χρώματα, τίς γεύσεις μὲ σχήματα καὶ πολλὰ ἄλλα τέτοια. Συνέχεια →