Ἑλλήνων κληρονομιά…

 

«Μὰ ὁ Χατζησάββας κοίταζε πέρα ἀπὸ τὸ παράθυρο καὶ εἶχε τὸ νοῦ του ἀλλοῦ· Εἶχε ξεσπάσει μπόρα τὶς μέρες ἐτοῦτες κι ὁ Χατζησάββας βρέθηκε σὲ ἓνα πατρικὸ χωράφι, μιὰν ὣρα ἀπὸ τὸ Μεγάλο Κάστρο, κοντὰ στὴν Ἁγίαν Εἰρήνη… Θεοῦ φώτιση ἢ μπὰς καὶ τὸ ἀπείκασε ἀπὸ τὰ παλιὰ κιτάπια ποὺ ἀνάγνωθε, τὰ χώματα ἐκεῖνα τοῦ μπῆκε στὸ μυαλὸ πὼς σκέπαζαν μιὰν ξακουστὴ παλιὰν πολιτεία· κι ἐκεῖ ποὺ σκάλιζε μία νεροφαγίδα μὲ τὸ σιδερομύτικο μπαστούνι του, ἓνα πράγμα γυαλιστερὸ κύλησε ἀπὸ τὸ βρεγμένο χῶμα· σκύβει – καὶ τί νὰ δεῖ; ἓνα χρυσὸ δαχτυλίδι! 

Ἐξοργισμένοι ἀνεργοι καταστρέφουν τὸ κοινοβούλιον.

Ὁ ἀγαπημένος τοῦ φίλου Χρυσοστόμου εἶναι ὁ γελωτοποιός.
Διάβασα τὸ κείμενον μὲ μεγάλη προσοχή, ἀλλὰ ἀν τὶ νὰ χαμογελάσω προβληματίστηκα.
Ὁ θεὸς σώζει τὸν πρωθυπουργό, λέει… Στὸ τέλος…
Ἐγὼ θὰ ἔλεγα πλέον πὼς κανένας θεός, ἀπὸ καμμία κοσμοθέασιν, δὲν σώζει κανέναν πρωθυπουργό….
Ὅπως δὲν σώζει καὶ τίποτα ἀπὸ τὰ ὑλικὰ τῆς κατεδαφίσεως…
Συνέχεια

Τὸ δρομολόγιον τοῦ πλοΐμου…

Ο Δ. Μιχαλόπουλος περιγράφει τις επιχειρήσεις του στόλου των Βυζαντινών στην διάρκεια του καλοκαιριού και τα θερμά επεισόδια

Τὸ δρομολόγιον τοῦ πλοΐμου… Συνέχεια

Ἡ ὑπηρέτρια.

Τὶς προάλλες ἐφώναξα στὸ γραφεῖο μου τὴ δεσποινίδα Ἰουλία, τὴ δασκάλα των παιδιῶν. Ἔπρεπε νὰ τῆς δώσω τὸ μισθό της.
Κάθισε νὰ κάνουμε τὸ λογαριασμό, τῆς εἶπα. Θὰ ἔχῃς ἀνάγκη ἀπὸ χρήματα καὶ σὺ ντρέπεσαι νὰ ἀνοίξῃς τὸ στόμα σου… Λοιπόν…

Συμφωνήσαμε γιὰ τριάντα ῥούβλια* τὸ μῆνα…

Γιὰ σαράντα.
Ὄχι, γιὰ τριάντα, τὸ ἔχω σημειώσει. Ἐγὼ πάντοτε τριάντα ῥούβλια δίδω στὶς δασκάλες… Λοιπόν, ἔχεις δύο μῆνες ἐδῶ…
Δύο μῆνες καὶ πέντε ἡμέρες…
Δύο μῆνες ἀκριβῶς… Τὸ ἔχω σημειώσει… Λοιπόν, ἔχουμε ἑξῆντα ῥούβλια. Πρέπει νὰ βγάλουμε ἐννέα Κυριακές… δὲν δουλεύετε τὶς Κυριακές. Συνέχεια

Μοῦ ἔκοψες τά φάρμακα, μοῦ πῆρες τό σπίτι καί σέ δυό μῆνες πεθαίνω…Θά σέ πάρω μαζί μου…

 
8 το πρωί. Ένας γκριζομάλλης κύριος μπαίνει στα γραφεία της εισπρακτικής εταιρείας. Στην είσοδο της «αίθουσας» τον σταματούν δύο «γίγαντες της φρουράς».
– Παρακαλώ κύριε, τι θα θέλατε;
Ο «μεσόκοπος κύριος» βγάζει ένα πιστόλι και τους σημαδεύει.
– Περάστε μέσα και οι δύο.
Αυτοί ξαφνιάζονται. Ένας τρίτος που κάθονταν πιο δίπλα σηκώνεται απότομα από την καρέκλα του και Συνέχεια

Ἡ μικρὴ κόκκινη κλώσσα…

 

Μια φορά κι έναν καιρό, ήταν μια μικρή κόκκινη κλώσα, που σκάλιζε το χώμα στη φάρμα που ζούσε, μέχρι που ανακάλυψε μερικούς σπόρους σιταριού. Φώναξε τότε τους γείτονές της και τους είπε ‘Αν φυτέψουμε αυτούς τους σπόρους, θα μπορέσουμε να έχουμε ψωμί να φάμε. Ποιος θα με βοηθήσει στο όργωμα και στο φύτεμα;’ Ρώτησε η μικρή κόκκινη κλώσα.

‘Όχι εγώ’, είπε η αγελάδα, ‘τέλειωσε το ωράριο μου’.

‘Όχι εγώ’, είπε η πάπια, ‘σήμερα έχω ημιαργία’.

‘Όχι εγώ’, είπε το γουρούνι, ‘έχω πάρει άδεια αιμοδοσίας’.

‘Όχι εγώ’, είπε η χήνα, Συνέχεια