

Ὁ ἀγαπημένος τοῦ φίλου Χρυσοστόμου εἶναι ὁ γελωτοποιός.
Διάβασα τὸ κείμενον μὲ μεγάλη προσοχή, ἀλλὰ ἀν τὶ νὰ χαμογελάσω προβληματίστηκα.
Ὁ θεὸς σώζει τὸν πρωθυπουργό, λέει… Στὸ τέλος…
Ἐγὼ θὰ ἔλεγα πλέον πὼς κανένας θεός, ἀπὸ καμμία κοσμοθέασιν, δὲν σώζει κανέναν πρωθυπουργό….
Ὅπως δὲν σώζει καὶ τίποτα ἀπὸ τὰ ὑλικὰ τῆς κατεδαφίσεως…
Συνέχεια
Ο Δ. Μιχαλόπουλος περιγράφει τις επιχειρήσεις του στόλου των Βυζαντινών στην διάρκεια του καλοκαιριού και τα θερμά επεισόδια
Τὸ δρομολόγιον τοῦ πλοΐμου… Συνέχεια

Τὶς προάλλες ἐφώναξα στὸ γραφεῖο μου τὴ δεσποινίδα Ἰουλία, τὴ δασκάλα των παιδιῶν. Ἔπρεπε νὰ τῆς δώσω τὸ μισθό της.
Κάθισε νὰ κάνουμε τὸ λογαριασμό, τῆς εἶπα. Θὰ ἔχῃς ἀνάγκη ἀπὸ χρήματα καὶ σὺ ντρέπεσαι νὰ ἀνοίξῃς τὸ στόμα σου… Λοιπόν…
Συμφωνήσαμε γιὰ τριάντα ῥούβλια* τὸ μῆνα…
Γιὰ σαράντα.
Ὄχι, γιὰ τριάντα, τὸ ἔχω σημειώσει. Ἐγὼ πάντοτε τριάντα ῥούβλια δίδω στὶς δασκάλες… Λοιπόν, ἔχεις δύο μῆνες ἐδῶ…
Δύο μῆνες καὶ πέντε ἡμέρες…
Δύο μῆνες ἀκριβῶς… Τὸ ἔχω σημειώσει… Λοιπόν, ἔχουμε ἑξῆντα ῥούβλια. Πρέπει νὰ βγάλουμε ἐννέα Κυριακές… δὲν δουλεύετε τὶς Κυριακές. Συνέχεια
Μια φορά κι έναν καιρό, ήταν μια μικρή κόκκινη κλώσα, που σκάλιζε το χώμα στη φάρμα που ζούσε, μέχρι που ανακάλυψε μερικούς σπόρους σιταριού. Φώναξε τότε τους γείτονές της και τους είπε ‘Αν φυτέψουμε αυτούς τους σπόρους, θα μπορέσουμε να έχουμε ψωμί να φάμε. Ποιος θα με βοηθήσει στο όργωμα και στο φύτεμα;’ Ρώτησε η μικρή κόκκινη κλώσα.
‘Όχι εγώ’, είπε η αγελάδα, ‘τέλειωσε το ωράριο μου’.
‘Όχι εγώ’, είπε η πάπια, ‘σήμερα έχω ημιαργία’.
‘Όχι εγώ’, είπε το γουρούνι, ‘έχω πάρει άδεια αιμοδοσίας’.
‘Όχι εγώ’, είπε η χήνα, Συνέχεια