Πλατεία Καραϊσκάκη.

Επιστολικό Δελτάριο (Cart Postale) του 1912. Αριστερά βλέπουμε την Πλατεία Καραϊσκάκη

«…Και αφού ο εν γη θεός (ο Βασιλεύς) έφυγε, δεν ήταν δυνατόν να ξαναδώσουν όνομα θνητού στην πλατεία, θα ήταν κάτι σαν υποβιβασμός. Για αυτό και την ονόμασαν «Πλατεία Απόλλωνος» αν και για μικρό χρονικό διάστημα ονομάστηκε και ως «Πλατεία Ελευθερίας» (1862) πιστεύοντας κάποιοι ότι η απομάκρυνση του Βασιλιά, θα έφερνε και την ανεξαρτησία. Και ο Απόλλωνας όμως δεν έμεινε για πολύ, καθώς η προτομή του, αφού κόσμησε για μεγάλο χρονικό διάστημα την είσοδο του Δημαρχείου (Παλαιό ρολόι), επανατοποθετήθηκε σε περιοχή που φέρει το ίδιο όνομα, συγκεκριμένα στην Πλατεία Απόλλωνος στα Καμίνια. …» Συνέχεια

Ὁ ποδοσφαιριστής!

   Κατά το συνήθειο της Κλασικής Εποχής, οι στήλες που στήνονταν επάνω στους τάφους της Αττικής απεικόνιζαν τους νεκρούς σε ηρωικά στιγμιότυπα, σε σκηνές της καθημερινότητας ή σπανιότερα παρουσίαζαν εικόνες θρήνου.

     Σκηνές λίγο-πολύ τυποποιημένες. Έφιπποι πολεμιστές σε ώρα θριάμβου, όρθιοι αθλητές με την στλεγγίδα, τον δίσκο ή το ακόντιο στο χέρι, σκηνές αποχαιρετισμού στο σπίτι, σκηνές από τον γυναικείο καλλωπισμό. Εκτός από τις περιπτώσεις που τα πράγματα είχαν αλλιώς. Που υπήρχε κάποιος ειδικός λόγος, που ο νεκρός ήταν μια ιδιαίτερη προσωπικότητα, γνωστός για κάτι εξαιρετικό. Όπως στην περίπτωση του ποδοσφαιριστή της μαρμάρινης στήλης αρ. ευρ. ΕΑΜ 873 που εκτίθεται στην αίθουσα 23 του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου. Συνέχεια

«Μνήσθητι κύριε…»

Τὸ χειρόγραφον τοῦ Ἀγγέλου Σικελιανοῦ.

Μνήσθητι Κύριε: Για τὴν ὥρα που ἡ λεπίδα τοῦ φονιᾶ ἄστραψε

κι΄ ὅλος ὁ θεὸς τῆς Τραγωδίας ἐφάνη.

Μνήσθητι Κύριε: για τὴν ὥρα που ἄξαφνα, κι οἱ ἐννιὰ ἀδελφὲς ἐσκύψαν Συνέχεια

Θάργηλος ἄρτος. Ἡ μετέπειτα βασιλόπιττα.

Η αναζήτηση για τις ρίζες του εθίμου της βασιλόπιτας, μας οδηγεί πίσω, στην αρχαιότητα, στις προσφορές άρτου ή και μελιπήκτων των αρχαίων ημών προγόνων, προς τους θεούς, κατά τη διάρκεια εορτών.
Το κόψιμο της βασιλόπιτας είναι από τα ελάχιστα αρχέγονα έθιμα που επιβιώνουν. Συνέχεια

Γιάννης Σᾶθας.

Γιάννης Σᾶθας.
Ἔδως τὰ πάντα γιὰ τὴν Πατρίδα. Συνέχεια

Πλούταρχος, Περὶ ποταμῶν καὶ ὁρῶν ἐπωνυμίας, Ἕβρος

Ἕβρος

      Ὁ Ἕβρος εἶναι ποταμὸς τῆς Θράκης. Προηγουμένως ἀποκαλεῖτο Ρόμβος, ἔχοντας πάρει τὴν ὀνομασία του ἀπὸ τὴν συστροφὴ τῶν ὑδάτων του κατὰ τὴν κατηφορική τους πορεία.(1)  Ὁ Κάσσανδρος(2), βασιλιᾶς τῆς περιοχῆς, παντρεύτηκε τὴν Κροτονίκη καὶ ἔκανε ἀπ’ αὐτὴν ἑνα γιὀ, τὸν Ἕβρο. Ἀφοῦ χώρισε ἀπὸ τὴν προηγουμένη γυναίκα του, παντρεύτηκε ὡς μητριὰ γιὰ τὸν γιό του τὴν Δαμασίππη, τὴν κόρη τοῦ Ἄτρακος(3). Αὐτὴ ὅμως ἐρωτεύτηκε τὸν πρόγονό της καὶ τοὺ ἔστειλε μήνυμα νὰ συνευρεθοῦν. Ὁ Ἕβρος, ἀποφεύγοντας σὰν Ἐρινύα τὴν μητριά του, περνοῦσε τὸν χρόνο του σὲ κάθε εὐκαιρία κυνηγῶντας(4).  Ἡ ἀσελγὴς γυναίκα, ὅμως, ὅταν ἀπέτυχε ἡ ἐπιθυμία της, εἶπε ψέμματα σὲ βάρος τοῦ σώφρονος ἀγοριοῦ, ὅτι δῆθεν θέλησε νὰ τὴν βιάσῃ. Ὁ Κάσσανδρος, παρασυρμένος ἀπὸ τὴν ζήλεια του, ἔσπευσε ὁρμητικὸς στὸ δάσος, ἔβγαλε τὸ ξίφος του καὶ κατεδίωκε τὸ γιό του μὲ τὴν ἰδέα ὅτι εἶχε ἐπιβουλευθεῖ τὸν γάμο τοῦ πατέρα του. Ὁ γιός, ὅταν κόντευε νὰ παγιδευθῇ, ἔριξε τὸν ἐαυτό του στὸν ποταμὸ Ρόμβο, ὁ ὁποῖος ὀνομάστηκε ἀπὸ αὐτὸν Ἕβρος, ὅπως ἱστορεῖ ὁ Τιμόθεος στὸ ἐνδέκατο βιβλίο τοῦ ἔργου του Περὶ ποταμῶν. Συνέχεια