Ένας ψαράς κατεβαίνει κάθε νύχτα στην παραλία για να ρίξει τα δίχτυα του. Ξέρει πως όταν βγαίνει ο ήλιος έρχονται τα ψάρια στην παραλία για να φάνε αχιβάδες, γι΄ αυτό πάντα ρίχνει τα δίχτυα του πριν ξημερώσει.
Έχει ένα καλυβάκι στην παραλία και κατεβαίνει μες τη νύχτα με τα δίχτυα στον ώμο. Με τα πόδια γυμνά και τα δίχτυα μισοαπλωμένα, μπαίνει στη θάλασσα.
Αυτή τη νύχτα, για την οποία μας μιλάει η ιστορία, όπως πάει να μπει στο νερό, αισθάνεται το πόδι του να χτυπάει πάνω σε κάτι πολύ σκληρό στον πάτο της θάλασσας. Το πασπατεύει και βλέπει πως είναι πράγματι κάτι σκληρό, σαν πέτρες, τυλιγμένες σε μια σακούλα.
Εκνευρίζεται και μουρμουρίζει,
– Ποιος ηλίθιος πετάει τέτοια πράγματα στην παραλία και αμέσως διορθώνει, στη δική μου παραλία. Κι εγώ, έτσι απρόσεκτος που είμαι, κάθε φορά που θα μπαίνω στο νερό, θα σκοντάφτω πάνω στις πέτρες…
Ὁ κάθε ἄνθρωπος εἶναι ἕνας κόσμος καὶ αὐτὸ εἶναι ἐξαιρετικό. 
Κάποιο βράδυ ένας διαβάτης ήρθε στην άκρη του χωριού και κοιμήθηκε κάτω από ένα δέντρο. Ξαφνικά και ενώ κοιμόταν ένας χωριάτης τον πλησίασε και τον ξύπνησε λέγοντάς του: 
