Πρέπει νά περιφρουρήσουμε τήν νομιμότητα καί νά μήν ἐνδώσουμε σέ καμμία πρόκλησι τοῦ καθεστῶτος, ἀλλοιῶς θά χάσουμε τό δίκιο μας!

Είναι δύσκολο να μιλάς για σύνεση σε αυτόν που τον έχει πιάσει ήδη ο πανικός και η απελπισία γιατί άρχισαν να μην του φτάνουν για να θρέψει την οικογένειά του. Που δεν έχει να δώσει 50 ευρώ στη γυναίκα του για να ψωνίσει στο σούπερ μάρκετ. Που δεν πήρε δώρα στα παιδιά του τις γιορτές. Που δεν μπορεί πια να φουλάρει το αυτοκίνητό του για να πηγαίνει στη δουλειά του. Αν έχει ακόμα δουλειά.

Είναι δύσκολο να μιλάς για σύνεση σε αυτόν που φοβάται πως ζυγώνει η ώρα και η στιγμή που θα του κόψει η ΔΕΗ το ηλεκτρικό στο σπίτι του γιατί δεν θάχει να το πληρώσει. Και θα αγκαλιάζει μέσα στο κρύο και στο σκοτάδι, τα παιδιά του, για να νιώσουν λίγη ασφάλεια και σιγουριά. Ετοιμος να κλάψει κι αυτός σαν μικρό παιδί, που δεν μπορεί να καταλάβει τι πήγε τόσο στραβά και ζει τώρα μέσα σε αυτό το κακό όνειρο.

Είναι δύσκολο να μιλάς για σύνεση σε αυτόν που γνωρίζει πια καλά πως είναι μόνος του. Πως είναι ολομόναχος στην προσπάθειά του να προστατέψει την οικογένειά του από τους φόβους και τα δεινά που ετοίμασαν εκείνοι τους οποίους εμπιστεύθηκε για νομιμότητα. Για ασφάλεια και για ευημερία. Της πατρίδας του, της οικογένειάς του, και την δική του. Πως όλα αυτά τα στοιχειώδη ξανάγιναν η πρωταρχική και θεμελιώδης του ευθύνη. Δική του, κατάδική του και μόνο δική του ευθύνη. Πως δεν υπάρχει πια καμμία εγγύηση από κανέναν για τίποτε. Ούτε από το κράτος για την ασφάλειά της οικογένειάς του και των δικών του, ούτε από την κυβέρνηση για το οικονομικό του μέλλον. Καμμιά προοπτική ότι αύριο θα είναι αυτό που ήταν και χτες.

Είναι δύσκολο να μιλάς για σύνεση σε αυτόν που γνωρίζει πως στην γειτονιά του, όπου πριν λίγα χρόνια μπορούσες και να ξεχάσεις το αυτοκίνητό σου ξεκλείδωτο, τώρα σε ληστεύουν ντάλα μεσημέρι, με το πιστόλι στο χέρι, κάποιοι άλλοι απελπισμένοι, που ήρθαν από μακριά και μιλάνε γλώσσες άγνωστες. Στο Φάληρο, 500 μέτρα από το Μακεδονία Παλάς, στην Κασσάνδρου, 200 μέτρα από τα αρχαία χαλάσματα της πλατείας Αριστοτέλους. Στην Αθωνος, δίπλα στο συντριβάνι με τα περιστέρια, στα σκουπίδια πεταμένη, μια νεκρή με μαχαιριές, εκεί που μόλις πριν λίγα χρόνια ξελογιασμένες φοιτητριούλες μπορούσαν να περπατήσουν άφοβα ολομόναχες στις 3 και στις 5 το πρωί, πλανταγμένες από κάποιον έρωτα.

Είναι δύσκολο να μιλάς για σύνεση πια. Ολοι αναρωτιούνται “μα πως στο διάλο έγιναν τα πράγματα έτσι; πως έγιναν έτσι οι ζωές μας; πως στο διάλο έγινε η πατρίδα μας έτσι;”.

Πατρίδα; Την είχαμε ξεχάσει κιόλας οι πιο πολλοί αυτή τη λέξη. Ντρεπόμαστε και να την πιάσουμε στο στόμα μας. Πως να πεις μια τέτοια λέξη όταν όλη νύχτα παρακολουθείς μαγειρικές και διαγωνισμούς ταλέντων, αμερικανούς σούπερ-ήρωες και σειρές μεξικάνικες.

Ακόμη κι οι δήθεν “σοβαροί” από μας, εκείνοι οι λίγοι που δεν είχαμε αποτινάξει το νεανικό μας ελάττωμα να μας απασχολεί η πολιτική, παρακολουθήσαμε για δυο τηλεοπτικές δεκαετίες, τα πρόσωπα και τα επιχειρήματα εκείνα που αποδόμησαν πατρίδα και νομιμότητα. Χωρίς καν να το καταλάβουμε. Χαμπάρι δεν πήραμε. Μπροστά στα μάτια μας η αποδόμηση. Μέσα στα σαλόνια των σπιτιών μας οι καταστροφείς. Που έκαναν νομιμότητα, δικαιοσύνη, πατρίδα, συνάνθρωπο, πολίτη, μια χούφτα χαρτάκια κομμένα και τα πέταξαν στα βρωμόνερα του πεζοδρομίου. Χωρίς αιδώ, χωρίς ντροπή. Και χωρίς καμμιά τιμωρία.

Είναι δύσκολο να μιλάς για σύνεση. Το ξέρω. Μα δεν έχει άλλο δρόμο να πάρουμε.

Μας τη στήσανε πατριώτη. Κι ακόμα στημένη μας την έχουνε. Εχε το νου σου, σου λέω. Την νομιμότητα και τα μάτια μας. Αυτό περιμένουνε. Να σπάσουμε την μπάρα περιμένουνε. Να την κάνουμε θρύψαλα. Να παρανομήσουμε περιμένουνε. Στημένη σου λέω παγίδα. Να παρανομήσουμε εμείς. Και να βρούνε την δικιά μας παρανομία, το τέκνο της οργής μας, την καλύτερη τους πρόφαση. Βάζοντας στην άκρια τα βαριά και μεγάλα δικά τους αμαρτήματα. Θα γυρέψουνε να πιαστούνε απ’ το δικό μας πταίσμα. Για να μας γυρίσουν πίσω. Για να κερδίσουν λίγο χρόνο. Γιατί νομίζουν πως στο τέλος θα σωθούν πάλι εκείνοι. Και πως οι χαμένοι για άλλη μια φορά θα είμαστε πάλι εμείς.

Είναι δύσκολο να μιλάς για σύνεση. Το ξέρω έλληνά μου. Μα πριν σπάσεις τις μπάρες, σκέψου τι έχουμε εμείς να χάσουμε: το δίκιο μας.

Γι’ αυτό συγκράτα την οργή σου, σήκωσε τη χερούκλα σου, σπρώξε απαλά τη μπάρα και πέρνα με το κεφάλι ψηλά. Ισως αυτός να είναι και ο δρόμος προς την ελευθερία.

Θραξ Αναρμόδιος

 

(Visited 7 times, 1 visits today)




Leave a Reply