Ὁ Στρατιώτης.

Ὁ  Στρατιώτης
 
 
 
— Δὲν εἶναι ὁ κόσμος πλέον λαμπερός·
 
ἀπ’ τὴν ἄλλην κυττῶ
 
καὶ ἰδοῦ ὁ Μέγας Φόβος…
 
ὦ, παντοῦ κακόν.
 
 
 
Ἕνας στρατιώτης μὲ ὅπλον μοναχός,
 
θλιμμένος εἶναι,
 
γιατὶ νὰ πονᾶ;
 
Μὴ δὲν ἔχῃ ὕπνον μὲ χρῶμα λευκόν;
 
Ἀκούω τὸ τραγούδι του,
 
ἁλύσης τριγμός…
 

 

Γιατὶ παλληκάρι εἰς τοὺς ὥμους
 
τουφέκι βαστᾶς;
 
Μὴ θὲς νὰ σκοτώσῃς ἀθρώπους;
 
Θὰ γράψῃ ὁ χρόνος,
 
νὰ ὁ Φονιᾶς.
 
 

 
— Δὲν γεννήθηκα νὰ φέρω φονικόν,
 
εἶμαι Λόγος, ὁ φέρων Φῶς.
 
Κι ἄν τὸ χέρι μου θάνατον σκορπᾶ,
 
τὸτες τὸ θὲ ὁ Θεός,
 
νὰ ᾿μαι στρατιώτης ἀμάραντος, ἁγνός.
 
Νὰ ᾿μαι  πηγή,
 
τ’ ἀνδρειωμένον  ποὺ ᾿χει νερόν,
 
κελάηδημα νὰ ᾿μαι ἀηδονιοῦ,
 
σὲ ἀνθισμένον κλαρί.
 
Σὰν ἀναπνέῃ τὸ αἷμα σου,
 
ῥέει εἰς τὴν λησμονιά,
 
χύνω τὸ ἰδικόν μου,
 
βλασταίνει ἐλευθεριά.
 
 
 
Δῶσε μου γαλήνην Οὐρανέ,
 
τὴν γῆς μου μὲ ἀνέμους σ’ ἀπανεμιὲς νὰ μαγεύῃς,
 
μελάνι δῶσε μου καὶ χαρτί,
 
μήποτες φύγῃ ἡ συννεφιά.
 
Φῦε σκοτάδι, φῦε,
 
λοῦστε με ἄστρα φωτεινά,
 
νὰ ᾿λθῃ ξημέρωμα νὰ ματαγεννηθῶ.
 
Νὰ ᾿ρχονται μάγοι νὰ πάρουν Φῶς,
 
ὄχι ὁ λόγος τοῦ σκότους,
 
γιὰ τὸ ἰδικόν μου βιός.
 
 
 
 
Φῦε μαχαίρι,
 
ἔλα ζωή.
 
Φῦε βόλι βαρύ,
 
ἔλα ἔρωτα, ἔλα ἐσύ.
 
Φῦε ποδάρι βρώμικον,
 
βλαστὸς ν’ ἀνθίσῃ,
 
νὰ βγάνῃ ἐτούτη ἡ γῆς,
 
Λόγον νὰ πολεμήσῃ…
 
Φῦε ῥοῦχον ἀλλόρραπτον,
 
πέθανε ἐσὺ ῥάπτη.
 
Πέσε Κακόπετρα κάτω,
 
ἴσαμε τὸ πάτημά μου,
 
ἐκεῖ τὰ χείλη σου,
 
ἐκεῖ ὁ λόγος καὶ ἡ καρδιά σου.
 
Κι ἐκειὰ ἄξιον λευκομάρμαρον,
 
μελίσσι μὲ παρθένου μέθη,
 
βροχὴ μὲ αἷμα
 
κι ὕστερις δῶσ’ τους Οὐρανέ,
 
τέλεμα ἀπ’ τὴν ὀργήν μου,
 
τοῦ κάτω κόσμου τὸν μισημόν,
 
ταξείδεμα εἰς τὴν Λήθη.
(Visited 10 times, 1 visits today)




Leave a Reply