Ὁ καρκίνος εἰσῆλθε πλέον στὸ κύτταρο τοῦ ἑλληνικοῦ λόγου.

Ὁ καρκίνος εἰσῆλθε πλέον στὸ κύτταρο τοῦ ἑλληνικοῦ λόγου.ΝΕΑ ΓΡΑΜΜΑΤΙΚΗ ΔΗΜΟΤΙΚΟΥ: Ὁ καρκίνος εἰσῆλθε πλέον στὸ κύτταρο τοῦ ἑλληνικοῦ λόγου

τοῦ Ἀναστασίου Στάμου

Διευθυντοῦ ΕΠΑΛ Λευκάδος

Στοὺς δύσκολους καιροὺς ἀνατρέχουμε στὶς στέρεες ρίζες μας γιὰ νὰ πάρουμε δύναμι. Ὅταν ὅλα γύρω μας καταρρέουν ψάχνουμε νὰ πιαστοῦμε ἀπὸ κάτι σταθερό. Πᾶμε λοιπὸν στὰ νάματα τῶν νομοθετῶν τοῦ Ἑλληνικοῦ Λόγου, γιὰ νὰ πάρουμε καὶ φώτισι. «Ἀρεταὶ λόγου εἰσὶ πέντε, ἑλληνισμός, σαφήνεια, συντομία, πρέπον, κατασκευή. Ἑλληνισμὸς μὲν οὖν ἐστι φράσις ἀδιάπτωτος ἐν τῇ τεχνικῇ καὶ μὴ εἰκαίᾳ συνηθείᾳ (ἑλληνισμὸς εἶναι κάθε φράσις νὰ ἀκολουθῇ τὴν Γραμματικὴ Τέχνη, καὶ νὰ μὴν περιλαμβάνῃ χυδαῖες λέξεις ἤ ξένες). Σαφήνεια δέ ἐστι λέξις γνωρίμως παριστᾶσα τὸ νοούμενον. Συντομία δέ ἐστι λέξις αὐτὰ τὰ ἀναγκαῖα περιέχουσα πρὸς δήλωσιν τοῦ πράγματος (…σκεφθῆτε ὅτι γενικῶς «ἀπαγορεύεται» νὰ γράφουμε «ὁ ἀναλαμβάνων ὑπηρεσία» − εἶναι μιὰ «τρισκατάρατη» τριτόκλιτη μετοχή – πρέπει νὰ γράφουμε «αὐτὸς ποὺ ἀναλαμβάνει ὑπηρεσία»…). Πρέπον δέ ἐστι λέξις οἰκεία τῷ πράγματι (πρέπον εἶναι ἡ κυριολεξία, ἡ ἀκρίβεια). Κατασκευὴ δὲ λέξις ἐκπεφευγυῖα τὸν ἰδιωτισμόν» (χωρὶς ἰδιωματισμούς). Αὐτὰ γράφει ὁ Διογένης Λαέρτιος (βλ. βιβλίον Ἀντ. Ἀντωνάκου «Εἷς οἰωνὸς ἄριστος, ἀμύνεσθαι περὶ γλώσσης», ὅπου ἀναλύονται ὅλες οἱ ἀρετὲς καὶ οἱ μοναδικὲς ἰδιότητες τῆς Ἑλληνικῆς Γλώσσης).

Δύο ἱστορικὰ παραδείγματα ἀρχαίων λαῶν μᾶς βεβαιώνουν γιὰ τοὺς τρόπους ποὺ δύναται νὰ ἐπιβιώνῃ διαχρονικὰ ἕνα ἔθνος: Κινέζοι καὶ Ἕλληνες. Οἱ Κινέζοι πρωτεύουν σήμερα ἀνάμεσα στὰ 200 ἔθνη τῆς ὑφηλίου. Τί σταθερὸ τοὺς συνέχει; Στὴν Γραφή τους χρησιμοποιοῦν ἀνέκαθεν 3000 ἰδεογράμματα! Ὅταν ἔσπευσαν καὶ σ’ αὐτοὺς οἱ γνωστοὶ «συμβουλάτορες» προωθῶντας τὴν ἁπλοποίησι τῆς γραφῆς τους, γιὰ νὰ μοιάσουν τέλος πάντων στοὺς «πολιτισμένους δυτικούς», πῆραν περήφανη ἀπάντησι: «Δὲν θὰ κάνουμε ἐμεῖς τὰ παιδιά μας χαζά, ἐπειδὴ τὸ θέλετε ἐσεῖς»!

Ἀπεναντίας, ἐμεῖς οἱ Ἕλληνες, ἄν καὶ ἔχουμε περισσότερες σταθερὲς συνιστῶσες, καταφέραμε σήμερα «νὰ πιάσουμε πάτο». Ἀποδεχόμενοι ξένες συνταγές (μᾶλλον ἐντολές), ἄν καὶ βιώνουμε περίοδο εἰρήνης, δημοκρατίας καὶ λαϊκῆς κυριαρχίας (τὰ ψεύτικα συνθήματα τῶν πολιτικῶν, ὅπως «ἰσχυρὴ Ἑλλάδα» τοῦ Σημίτη, ἤτοι ὁδὸς χρεωκοπίας), ἀπαρνηθήκαμε ἐθνικὲς ἀξίες καὶ τὰ πάτρια ἰδανικά. «Πῶς δύναταί τις εἰσελθεῖν εἰς τὴν οἰκίαν τοῦ ἰσχυροῦ καὶ τὰ σκεύη αὐτοῦ ἁρπάσαι, ἐὰν μὴ πρῶτον δήσῃ τὸν ἰσχυρόν; Καὶ τότε τὴν οἰκίαν αὐτοῦ διαρπάσσει»! Ἡ εὐαγγελικὴ αὐτὴ ρῆσις ταιριάζει ἀκριβῶς σ’ αὐτὰ ποὺ βιώνουμε ὡς ἰσχυρὸ ἔθνος πρωτίστως, ἀλλὰ καὶ ὡς κράτος προικισμένο μὲ ὅλα τὰ ἀγαθὰ τοῦ κόσμου. Ποιὸς μπῆκε στὴν οἰκία μας καὶ μᾶς κρατᾶ δεμένους (καὶ μὲ τί), ὥστε ν’ ἁρπάξῃ τὰ ὑπάρχοντά μας; Ἀφήνω κατὰ μέρος τὴν σημερινὴ ὀφθαλμοφανῆ τριπλῆ κατοχὴ τῆς πατρίδος, γιὰ νὰ σταθῷ ἰδιαιτέρως σὲ μιὰν ἄλλη χειρότερη κατοχή (ὑψηλοτέρου ἐπιπέδου). Ὁμιλῶ γιὰ πνευματικὴ κατοχή, ποὺ δὲν γίνεται εὐκόλως ἀντιληπτή, διότι χρησιμοποιεῖ μεθόδους «Ὀδυσσέα», δηλαδὴ «δουρείου ἵππου» (βλ. «Κοινωνικὴ Μηχανική»). Ἔρχονται μὲ φιλικὸ οἰκεῖο προσωπεῖο καὶ προσβάλλουν ἐκ τῶν ἔσω, ὡς ὁ καρκίνος…

Ἀπὸ τὸ 1976 ξεκίνησε ἡ ἀποδόμησις τοῦ ἑλληνικοῦ λόγου. Ἁπλοποίησι τὴν εἶπαν τότε, τάχα γιὰ καλύτερα ἐκπαιδευτικὰ ἀποτελέσματα, ἀλλὰ τὰ παιδιά μας βγαίνουν σωρηδὸν ἀγράμματα ἀπὸ τὸ Λύκειο σὲ μεγάλο ποσοστό. «Ἐκ γὰρ τοῦ καρποῦ τὸ δένδρον γινώσκεται»! Μετὰ ἀπὸ δώδεκα χρόνια στὰ θρανία παρατηρεῖται ὅτι ἐπικρατεῖ ἄκρατος βαρβαρισμὸς καὶ σολοικισμὸς στὰ γραπτὰ κείμενα τῶν νέων μας, τὸ δὲ λεξιλόγιό τους εἶναι πτωχότατον (500 λέξεις), ἄρα καὶ ἡ νοητική τους ἐπάρκεια («ὅπερ ἔδει ποιῆσαι» σὲ μιὰ ὁλόκληρη γενιὰ Ἑλλήνων γιὰ μιὰ νέα ἅλωσι)! Μεταπολίτευσις λοιπὸν ἀπεκλήθη τὸ ὄχημα, καὶ ἀμέσως …ἀλλαγὴ ἱστορικῆς Γραμματικῆς, κατάργησις ἀρχαίων ἑλληνικῶν, ἀπαγόρευσις καθαρευούσης, ἦταν τὸ πρῶτο στάδιο τῆς «προοδευτικῆς» πνευματικῆς μας δολιοφθορᾶς.

Ἀπὸ τὸ 1982 καταργήθηκε καὶ ἡ Ὀρθογραφία. Πέταξαν τόνους καὶ πνεύματα, μακρὰ καὶ βραχέα φωνήεντα καὶ συλλαβές (δηλαδὴ μᾶς ἀπέκοψαν ἀπὸ τὴν δυνατότητα ἐναρμονίου λόγου). Κι ἄς γράφῃ ὅ,τι θέλει ὁ Διονύσιος Θράξ στὴν «Γραμματικὴ Τέχνη». «Τόνος ἐστὶν ἀπήχησις φωνῆς ἐναρμονίου, ἡ κατὰ ἀνάτασιν ἐν τῇ ὀξείᾳ, ἡ κατὰ ὁμαλισμὸν ἐν τῇ βαρείᾳ, ἡ κατὰ περίκλασιν ἐν τῇ περισπωμένῃ» (ἡ ἐναρμόνιος φωνὴ χρειάζεται τόνους, τὴν ὀξεῖα ὅταν ὀξύνεται-ἀνεβαίνῃ ἡ φωνή, τὴν βαρεῖα ὅταν βαρύνεται-κατεβαίνῃ, τὴν περισπωμένη ὅταν ὀξύνεται καὶ βαρύνεται ἡ ἰδία συλλαβή). «Μακρὰ συλλαβὴ γίνεται κατὰ τρόπους ὀκτώ, φύσει μὲν τρεῖς, θέσει δὲ πέντε. Βραχεῖα συλλαβὴ γίνεται κατὰ τρόπους δύο»… Καὶ ἐξηγεῖ τὰ περὶ μουσικῆς στὸν λόγο, τὴν ἑλληνικὴ αὐδή. Μόνον οἱ Ἕλληνες εἶχαν τέτοια δυνατότητα, νὰ ὁμιλοῦν τραγουδῶντας («οὗτοι λαλοῦν ὡς ἀηδόνες», λέγει ὁ Ρωμαῖος Κικέρων).

Μὲ τὶς «Προδιαγραφὲς γιὰ τὴν ἔκδοση καὶ συγγραφὴ διδακτικῶν βιβλίων», τὸ 1999, ἀπαγόρευσαν λόγιες ἐκφράσεις στὰ σχολικὰ βιβλία, ἐπτώχυναν τὸ λεξιλόγιο ὥστε νὰ ἐμφανίζονται μόνο «γνωστές» λέει λέξεις ποὺ κατανοοῦν τὰ παιδιά (!), ἐνῷ «ἐδίωξαν» μέχρι καὶ τὸ τελικὸ ν. Πλέον, τὸ αὐτὶ ἔγινε αφτί, τὸ αὐγὸ ἔγινε αβγό, τὸ παλληκάρι ἔγινε παλικάρι, δηλαδὴ μᾶς ἀπέκοψαν καὶ ἀπὸ τὴν Ἐτυμολογία. Δοτικὴ πτῶσι (τὴν ὁποία κρατοῦν οἱ Γερμανοὶ καὶ οἱ Ρῶσοι, ὅπως ἀκριβῶς τὴν πῆραν ἀπὸ τὴν ἑλληνικὴ γραμματική), μετοχές, ἀπαρέμφατον, ὑποτακτικὴ ἔγκλισι, τρίτη κλίσι οὐσιαστικῶν καὶ ἐπιθέτων, ὅλα τὰ πέταξαν στὸν καιάδα… (ἀπὸ Γραμματικῆς Τριανταφυλλίδη ἕως λεξικοῦ Μπαμπινιώτη, καὶ ἀπὸ συνταγὲς Γληνοῦ ἕως Ἀθ. Παππᾶ).

Ποῦ ἦσαν ὅλα αὐτὰ τὰ χρόνια οἱ 140 «Γλωσσολόγοι» (ποὺ διαρκῶς ἐρευνοῦν καὶ συνθέτουν στὸ ἐργαστήριο τὴν ἀνύπαρκτη «ἰνδοευρωπαϊκή» γλῶσσα), οἱ ὁποῖοι βγῆκαν ξαφνικὰ ἀπὸ τὸ «καβούκι» τους, γιὰ νὰ ὑπερασπισθοῦν τὴν νέα Γραμματικὴ τῶν πέντε φωνηέντων καὶ τῆς καρκινικῆς «μπ-ου-γκ-ου-ντ-ίασης» τῆς Φιλιππάκη-Warburton; Εἶναι ὅλοι αὐτοὶ ποὺ μᾶς ἔφεραν σ’ αὐτὸ τὸ κατάντημα. Δικοί μας ἄνθρωποι, ἀνελλήνιστοι καὶ ἀνέστιοι, ξενοσπουδαγμένοι «φραγκολεβαντίνοι», ραγιάδες καὶ ἀρνησιπάτριδες, δῆθεν «προοδευτικοί». Τώρα κυκλοφορήθηκε λοιπὸν στὸ Δημοτικὸ μιὰ νέα Γραμματική, κατ’ ἐντολὴν τῆς πρώην ὑπουργοῦ («Ἐθνικῆς») Παιδείας, τῆς ἀλήστου μνήμης Διαμαντοπούλου, ποὺ ἤθελε νὰ πᾶμε κατευθεῖαν στὰ Ἀγγλικὰ ὡς ἐπισήμου γλώσσας μας. (…Εἶναι αὐτὴ ποὺ εἰσήγαγε ἐγκληματικῶς ἀπὸ τὴν Α΄ τάξι Δημοτικοῦ νὰ διδάσκωνται τὰ καημένα μας παιδιὰ Ἀγγλικά, πρὶν κἄν διδαχθοῦν ἐπαρκῶς τὴν μητρική τους γλῶσσα)!

Ἡ νέα αὐτὴ Γραμματικὴ φέρνει τὸν καρκίνο μέσα σ’ αὐτὸ καθαυτὸ τὸ κύτταρο τοῦ ἑλληνικοῦ λόγου, χτυπῶντας τὰ ἴδια τὰ Γράμματα. Διότι πάγιος στόχος τῶν ξένων ἐπικυρίαρχων καὶ τῶν ἐντὸς φερεφώνων τους εἶναι νὰ διαχωρίσουν Ἕλληνες καὶ νεο-έλληνες (βοηθούσης πλέον καὶ τῆς λαθρομεταναστεύσεως). Ἄλλη γλῶσσα εἶναι ἡ Ἑλληνική, καθὼς λέγουν, καὶ ἄλλη ἡ Νέα Ἑλληνική (βλ. Ἐλευθεροτυπία, 21-4-2001, συνέντευξις Κριαρᾶ). Ἄλλοι εἴμεθα ἐμεῖς (αὐτοὶ δηλαδὴ ποὺ φτιάξανε τὸ νέο Ἑλληνικὸ Κράτος μετὰ τὸ 1821) καὶ δὲν ἔχουμε καμμία σχέσι ἤ συνέχεια μὲ τοὺς αὐθεντικοὺς Ἕλληνες, οὔτε φυσικὰ μὲ τὴν κληρονομιά τους (βλ. «1821, ἡ γέννηση ἑνὸς ἔθνους», δίαυλος Σκάι, Βερέμης, Τατσόπουλος, κλπ). Ὅπως ἀκριβῶς, ἄν καὶ ὀνομάζουν «Μακεδόνες» διεθνῶς τοὺς Σκοπιανούς, γελοῦν καὶ ἀντιδροῦν μὲ τὴν ἐμμονή τους νὰ ἐμφανίζουν ὡς προγόνους τους τὸν Φίλιππο καὶ τὸν Μέγα Ἀλέξανδρο… ἔτσι θὰ γελοῦν μελλοντικὰ μὲ τὰ παιδιά μας, ἄν ἰσχυρίζωνται ὅτι εἶναι ἀπόγονοι τῶν Ἑλλήνων! (Ἤδη «ἀντιδροῦν» κάμποσοι γραικύλοι, σκεφθῆτε ὅταν «ἑλληνοποιηθοῦν» καὶ ἕνα-δυὸ ἑκατομμύρια ἀλλοδαποί, κατὰ τοὺς προδοτικοὺς νόμους τῶν βουλευτῶν «μας», τί «πάτημα» θὰ ἔχουν).

Τί ἔκαμαν λοιπὸν πάλι οἱ περισπούδαστοι «ταγοί μας»; Ἐπὶ χιλιάδες χρόνια ἐκ τῶν 24 γραμμάτων τοῦ (Ἰωνικοῦ) Ἀλφαβήτου μας, τὰ ἑπτὰ ἦσαν Φωνήεντα καὶ τὰ 17 Σύμφωνα, ἤδη καταγεγραμμένα στὴν «Γραμματικὴ Τέχνη» τοῦ Διονυσίου τοῦ Θρακός, τοῦ 2ου π.Χ. αἰῶνος. Ἐπειδὴ ἀπώτερος στόχος τους εἶναι νὰ υἱοθετήσουμε τὸ Λατινικὸ ἀλφάβητο (νὰ γράφουμε δηλαδὴ μὲ Greeklish), ἔβγαλαν ἀπὸ τὰ φωνήεντα καὶ ἀπὸ τὰ σύμφωνα ὅ,τι δὲν ταυτίζεται πρὸς τὸν δυτικὸ τρόπο γραφῆς. Ἔτσι θὰ ἔχουμε πλέον ὡς φωνήεντα τὰ α ε ι ο ου (a e i o u) − ἔβγαλαν δηλαδὴ τὰ η υ ω! Ὡς σύμφωνα δέ, θὰ ἔχουμε ἐπὶ πλέον τὰ μπ, γκ, ντ (b g d) − ἀφοῦ ἔβγαλαν τὰ ξ καὶ ψ, ὅπως ἀψευδῶς δεικνύει ἡ εἰκόνα τοῦ ἐν λόγῳ βιβλίου! (…Δὲν τὰ κατήργησαν ἀκόμα ὁριστικὰ ἀπὸ γράμματα, ἀφοῦ κατ’ αὐτὸ τὸ στάδιο δολιοφθορᾶς ἐθίζουν τὴν νέα γενιὰ τῶν Greeklish μὲ τοὺς ἀντίστοιχους «γραμματικοὺς κανόνες»).

 

Ὑποβαθμίζουν λοιπὸν τὰ Γράμματα τοῦ Ἀλφαβήτου καὶ προσηλώνονται στοὺς Φθόγγους (αὐτὴ εἶναι «δικαιολογία» τῶν 140 γλωσσολόγων «ὑπερασπιστῶν» τῆς νέας Γραμματικῆς καὶ τοῦ Μπαμπινιώτη ἐπίσης). Δηλαδὴ μᾶς πᾶνε πολὺ πίσω… Πράγματι, ἔτσι ξεκίνησε ἡ Γραφή μας, ἀφοῦ ἔτσι γράφαμε μὲ τὶς πρῶτες Γραμμικὲς Συλλαβικὲς γραφὲς τὰ φωνήεντα (πρὶν ἀπὸ 4500 χρόνια, Μουσεῖο Κοπεγχάγης «the first Greeks», ἐπιγραφὴ ἐκ Σύρου μὲ ΓΓΑ, τοῦ 2700 π.Χ., βλ. βιβλίον «Ἱερὰ Ἐλευσίς, ἡ ἀληθινὴ ἱστορία» τοῦ γράφοντος). Ἀπὸ ἐκεῖ προέκυψαν τὰ πρῶτα Ἀλφάβητα, ὡς τὸ Ἀττικὸν καὶ τὸ Εὐβοϊκόν, ποὺ πῆραν ἔπειτα οἱ Λατίνοι. Ὅμως υἱοθετήσαμε ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΩΣ τὸ Ἰωνικὸν Ἀλφάβητο καὶ ἀπὸ Ἀλεξανδρινῶν χρόνων τὴν κοινὴ ἑλληνική. Μὲ αὐτὸ τὸ Ἀλφάβητο (καὶ μὲ τὴν γραφὴ ποὺ χρησιμοποιῶ σ’ αὐτὸ τὸ γραπτὸ κείμενο) σώζεται ὁλόκληρη ἡ Γραμματεία μας, ὁ πνευματικός μας θησαυρός.

Ταυτοχρόνως, ἀπὸ πίσω σπρώχνουν τὸν «δούρειο ἵππο» τῆς ἁλώσεως οἱ ὁπαδοὶ τῆς «Φωνητικῆς Ὀρθογραφίας», τῆς ἀηδοῦς κακογραφίας, ἤγουν τῆς γλωσσοκτόνου συνταγῆς, τοῦ «ὅπως μιλᾶμε ἔτσι νὰ γράφουμε»… Κι ὅμως, αὐτὴν τὴν εἰσήγησι ἔκαμε τὸ 2008 ἐπισήμως ὁ Εὐρωβουλετής Μάριος Ματσάκης πρὸς τὸν Ὑπουργὸ Παιδείας τῆς Κύπρου. (…Τί νὰ εἴπωμεν διὰ τὴν ἀπαιδευσία τῶν «βουλευτῶν μας» …εἰδάλλως ἀμφιβάλλουμε γιὰ τὴν ἑλληνικότητά τους). Ἄν τολμᾷ, ἄς τὰ πῇ αὐτὰ ὁ Ματσ-άκης στοὺς Γερμανούς, στοὺς Γάλλους, στοὺς Ρώσους, στοὺς Ἄγγλους (στοὺς Κινέζους πάντως ὅταν τὰ εἶπαν «ἔφαγαν πόρτα»). Ἄς γράψουν πρῶτα οἱ Γάλλοι τὸ Peugeot ὡς Pezo καὶ οἱ Ἄγγλοι τὸ thought ὡς thot… Ἐδῶ ὅμως βρίσκουν ἐλαστικὴ ἐθνικὴ συνείδησι καὶ φεῦ εἰσακούονται οἱ ἑκάστοτε «προοδευτικοί» (βλ. Γληνὸς 1929 καὶ Ρουσὲλ 1943, στὸ ὑπὸ ἔκδοσιν βιβλίο μου «Ἑλληνικὴ Παιδεία καὶ Ἐκπαίδευσις αὐτοκτονίας»).

Θαυμᾶστε «καθηγητή» Πανεπιστημίου (Ἀθηνῶν): Ἀθανάσιος Παππᾶς, «Διδακτικὴ Γλώσσας καὶ Κειμένων», βιβλίο ποὺ διδάσκονται ὅλοι οἱ ὑποψήφιοι Δάσκαλοι στὶς Παιδαγωγικὲς Ἀκαδημίες. «Εἶναι ἐγκληματικὸ γιὰ τὶς νέες γενιὲς νὰ ταλαιπωροῦνται μὲ τὴ διατήρηση καὶ διδασκαλία τῆς ἱστορικῆς ὀρθογραφίας. Οἱ ἀρχαῖοι μας πρόγονοι δὲν θὰ ἤθελαν μὲ κανένα τρόπο νὰ βλέπουν τὰ ἑλληνόπουλα νὰ βασανίζωνται μὲ μιὰ ὀρθογραφία ποὺ δὲν ἐξυπηρετεῖ τίποτα τὸ ἰδιαίτερο γιὰ τὴν πνευματική τους ἀνάπτυξη» (ἐδῶ ἀναφέρει τὴν γνώμη ἑνὸς «εἰδικοῦ προοδευτικοῦ», δηλαδὴ ἑνὸς «δουρείου ἵππου», ποὺ ἀγαπάει πολὺ καὶ νοιάζεται τὰ ἑλληνόπουλα, μελετάει δὲ καὶ τὶς ἐπιθυμίες τῶν ἀρχαίων μας προγόνων!!!).

Καὶ συμπληρώνει ὁ ἴδιος μπήγοντας βαθύτερα τὸν ἰὸ στὸ πνευματικό μας κορμί: «Ἡ προσωπική μου γνώμη εἶναι, πὼς τὸ προτιμότερο θὰ ἦταν ἡ εἰσαγωγὴ τοῦ λατινικοῦ ἀλφαβήτου γιὰ πολλοὺς λόγους, ποὺ ἀπὸ αὐτοὺς θὰ ἀναφέρω μόνο τοὺς ἑξῆς: Γιατὶ εἶναι σὲ χρήση σχεδὸν ἀπὸ ὅλο τὸν πολιτισμένο κόσμο. Γιατὶ πίσω ἀπὸ τὴν ἀγάπη στὴν παράδοση… κρύβεται νομίζω μέσα μας ἕνας ἐγωϊσμός… Μὲ τὸ λατινικὸ ἀλφάβητο εἰσάγουμε τὴν φωνητικὴ γραφὴ χωρὶς καμμιὰ ὀπτικὴ δυσαρέσκεια… Οἱ ἀναφορὲς στὸ ἔθνος, στὴν προγονικὴ εὔκλεια, τὴν πρωτοπορία τῆς Ἑλλάδας στὸν παγκόσμιο πολιτισμό, εἶναι οἱ ἀνασταλτικὲς δικλεῖδες, ποὺ δὲν ἀφήνουν τὸ θέμα τῆς φωνητικῆς γραφῆς νὰ βρεῖ τὸ δρόμο, τὴ διέξοδό του»!

Θὰ τοὺς ἀφήσουμε νὰ ἀποκόψουν τὶς μέλλουσες γενιὲς τῶν Ἑλλήνων ἀπὸ τὶς ρίζες τους; Νὰ μὴ μποροῦν τὰ παιδιά μας νὰ διαβάσουν ἕνα ἑλληνικὸ κείμενο, ὅπως ἀκόμη μπορεῖ ἡ γενιά μου; Εἴμεθα δηλαδὴ «οἱ τελευταῖοι τῶν Μοϊκανῶν»; Φαντάζεστε νὰ διαβάζουν τὰ Ἑλληνόπουλα τοῦ 2050 τὸν Πλάτωνα, τὸν Ἀριστοτέλη, τὸν Πλούταρχο, ἤ τὸ Εὐαγγέλιο στὰ Greeklish; (…Ἤδη τὸ «πολυτονικό», δηλαδὴ ἡ ἱστορική μας ὀρθογραφία, τοὺς φαίνεται ὡς κάτι ξένο… Αὐτὸ εἶναι ὄντως ἐπιτυχία γιὰ τοὺς ξένους ἐπικυρίαρχους)!

Ἐπειδὴ λοιπὸν ὅλα αὐτὰ εἶναι γνωστὰ σὲ μᾶς ποὺ ἐρευνοῦμε σὲ βάθος τὰ τεκταινόμενα εἰς τὴν Παιδείαν, ἡ ἐθνικὴ πρότασις ὀφείλει νὰ εἶναι μία καὶ ξεκάθαρη: Δὲν ὑπάρχουν «ἀρχαῖα» καὶ «νέα» Ἑλληνικά. Ἡ Γλῶσσα μας εἶναι μία, ἑνιαία καὶ διαχρονική! Κακῶς ἐπιτρέψαμε αὐτὸν τὸν ἀφελῆ διαχωρισμὸ τόσα χρόνια. Πρέπει νὰ διδασκώμεθα (ἄφοβα) ὅτι τὸ καράβι (στὴν «δημοτική») λέγεται καὶ ναῦς (στὴν «λογία ἤ ἀρχαία»), διότι λέμε καὶ θὰ λέμε πάντα ναυπηγεῖον, ναυτιλία, ναύτης. Ὅπως τὸ ψωμὶ ὅτι λέγεται καὶ ἄρτος, διότι λέμε καὶ πάντα θὰ λέμε ἀρτοποιεῖον, ἀρτοπωλεῖον (καὶ ὄχι ψωμοποιεῖο ἤ ψωμοπωλεῖο). Ὁμοίως τὸ νερὸ ὅτι λέγεται καὶ ὕδωρ, διότι πῶς ἀλλιῶς θὰ ποῦμε ὑδραυλικός, ὑδραγωγεῖον, ἑταιρία ὑδάτων; Δὲν μποροῦμε (καὶ δὲν πρέπει) νὰ διαγράφουμε ἑπομένως τίποτε ἀπὸ τὴν γλῶσσα μας! Ὅσο θὰ ἐμπλουτίζουμε τὸ λεξιλόγιο τῶν παιδιῶν μας μὲ «ἀρχαῖες» λέξεις, τόσο καλύτερα θὰ καταλαβαίνουν καὶ θὰ χειρίζωνται τὴν καθομιλουμένη.

Ἀλλὰ ἡ καλύτερη πρακτικὴ συνταγὴ μᾶς ἔρχεται ἀπὸ κάποιους σοβαροὺς Ἑλληνιστές, ποὺ μοχθοῦν νὰ μάθουν τὴν Ἑλληνικὴ σὲ ξένους. Φωτεινὸ παράδειγμα τὸ βιβλίο «An introduction to Greek» (Εἰσαγωγὴ στὴν Ἑλληνική) τῶν Crosby καὶ Schaeffer. Ξεκινάει μὲ τὴν φράσι: «We are all Greeks. Our laws, our literature, our religion, our art, have their root in Greece», τοῦ Shelley. (Εἴμαστε ὅλοι Ἕλληνες. Οἱ νόμοι μας, ἡ γραμματεία μας, ἡ θρησκεία μας, ἡ τέχνη μας, ἔχουν τὴν ρίζα τους στὴν Ἑλλάδα). Ἐπιλεγμένα κείμενα ἀπὸ τὸ Εὐαγγέλιο, τὸν Ἡρόδοτο, Εὐκλείδη, Μένανδρο, Ξενοφῶντα, Αἴσωπο, Πλάτωνα, Ἀνακρέοντα, Διογένη Λαέρτιο, Σοφοκλῆ, Πλούταρχο, Αἰσχύλο, Εὐριπίδη, Δημοσθένη, Τυρταῖο, Λουκιανό, Σαπφώ, Θεόφραστο, Ἀριστοφάνη, Σιμωνίδη, Στοβαῖο, Λυσία, Ὅμηρο, Ἀριστοτέλη (!!!), μὲ προοδευτικὴ ἐκμάθησι τῆς Γραμματικῆς, συνθέτουν ἕνα τέλειο Ἀναγνωστικό!

Σὲ κάθε μάθημα προτάσσεται καὶ ἕνα ἀρχαῖο Ρητό! Μετὰ τὸ ἑλληνικὸ κείμενο ἀκολουθοῦν σχόλια μὲ ἱστορικὲς προεκτάσεις, εἰκόνες ἑλληνικῆς ταυτότητος μὲ ἐπεξηγήσεις, γνώσεις σφαιρικὲς ποὺ συνθέτουν τὸ τί ἐστὶ Ἑλλὰς καὶ τί ἐστὶ Ἑλληνικὴ Παιδεία! Μετὰ τὴν διδασκαλία ἑνὸς τέτοιου βιβλίου ἡ Γλῶσσα μας γίνεται παιχνίδι (καὶ ὁ νοῦς μας κινεῖται μὲ ταχύτητες «φωτός»)… Σὲ κανένα ὅμως ἑλληνικὸ σχολεῖο (οὔτε πανεπιστήμιο) δὲν θὰ βροῦμε δυστυχῶς ἕνα τέτοιο διδακτικὸ σύγγραμμα, τόσο σὲ πλοῦτο γνώσεων ὅσο καὶ σὲ πρακτικὸ περιεχόμενο (ἐνῷ τὸ διδάσκονται στὴν Ἀμερικὴ καὶ στὸν Καναδᾶ). Ἄν θέλουν νὰ ἀκολουθοῦν λοιπὸν ξένα πρότυπα, ἰδοὺ ἡ Ρόδος!

(Visited 92 times, 1 visits today)




2 thoughts on “Ὁ καρκίνος εἰσῆλθε πλέον στὸ κύτταρο τοῦ ἑλληνικοῦ λόγου.

  1. Τὶ νὰ σχολιάσῃ κανεὶς εἰς τὸ ἐξαίρετον τοῦτο ἄρθρον; Λέγω μόνον ὅτι ὁ ὁρος “ἀρχαῖα” Ἑλληνικὰ εἰσήχθη περὶ τὸ 1830 σκοπίως διότι ἐν συνδιασμῶ πρὸς τὸν ἀπαράδεκτον τρόπον διδασκαίας τῶν “ἀρχαίων” – σωρεία δικανικῶν κειμένων, στείρα ἐπιμονὴ εἰς γραμματικὴν καὶ συντακτικὸν χωρὶς νὰ δίδεται ἔμφασις εἰς κείμενα τῆς καθημερινότητος, κλπ. – ἔδιδε τὴν ἐντύπωσιν εἰς τοὺς μαθητὰς ὅτι πρόκειται περὶ ξένης ἤ, εἰς τὴν καλλιτέραν τῶν περιπτώσεων νεκρᾶς, ἄρα ἄχρήστου γλώσσης. Τέλος, ἐὰν ἐντρυφήσωμεν εἰς τὴν ἐτυμολογίαν τῶν λέξεων ἄνευ παρωπίδων, θὰ ἐκπλαγῶμεν ἀπὸ τὸν ἀριθμὸν τῶν λέξεων αἱ ὁποῖαι ἐνῶ εἶναι πανάρχαιοι χαρακτηρίζονται ἐσφαλμένως “νέαι” ἤ ἀκόμη τουρκικῆς ἤ ἀλλης προελεύσεως.

Leave a Reply