Ἡ Οὐκρανία καὶ οἱ ἑλληνικὲς πολιτικὲς ἐξαρτήσεις.

Ἡ Οὐκρανία καὶ οἱ ἑλληνικὲς πολιτικὲς ἐξαρτήσεις.γράφει ο Γιάννης Ζωγράφος*

Σε μια από τις επισκέψεις μου στην Ουκρανία, πριν αρκετά χρόνια, βρέθηκα τέλη Αυγούστου στο Κίεβο στις εορταστικές εκδηλώσεις για την απελευθέρωση της χώρας. Κατά τη διάρκεια της καθιερωμένης παρέλασης- χωρίς μηχανοκίνητα αλλά με μεγάλο αριθμό πεζοπόρων τμημάτων- με στρατιωτικά εμβατήρια, λόγους αξιωματούχων, βάλθηκα να παρατηρώ τον κόσμο με τα σημαιάκια στο χέρι. Κατά την αποχώρηση των αγημάτων, μερικοί ηλικιωμένοι, στον αντίποδα του εορταστικού κλίματος, που πλαισιωνόταν από μια σπάνια για την περιοχή ηλιόλουστη ημέρα, φώναζαν εκνευρισμένοι κάποια συνθήματα που δεν μπορούσα να καταλάβω. Πλησίασα μια καλοστεκούμενη κυρία και την ρώτησα (στα ρώσσικα)  όσο πιο ευγενικά μπορούσα για το περιεχόμενο των συνθημάτων και ενοχλημένη μου απάντησε ότι βρίζει (μαζί με άλλους) τους Ρώσσους και την Ρωσσία. Εξαντλώντας την υπομονή της, επέμεινα παρατηρώντας  ότι …τους έβριζε στα ρώσσικα και όχι στα ουκρανικά, όπως ευλόγως θα περίμενε κανείς. Δεν μου απάντησε, αλλά από το βλέμμα της κατάλαβα ότι ήμουν ανεπιθύμητος και δεν συνέχισα.

Αυτή η μικρή ιστορία, νομίζω ότι μπορεί να δώσει μια αδρή εικόνα των διαφοροποιήσεων που επί δεκαετίες βίωνε η Ουκρανία και να συνοψίσει τον διχασμό που σήμερα γίνεται εμφανής στις οθόνες μας, παρακολουθώντας τις ραγδαίες εξελίξεις στη χώρα. Ένας διχασμός που δεν είναι μόνο γεωγραφικός, όπως ευσχήμως παρουσιάζεται συχνά, αλλά πολύ βαθύτερος, δηλαδή κοινωνικός, ταξικός, ηλικιακός, πολιτισμικός ακόμα και θρησκευτικός. Ξεκινώντας από τις δίγλωσσες πινακίδες στις μεγάλες πόλεις του Νότου και της Ανατολής, όπου κανείς όμως δεν σου απευθύνεται στα ουκρανικά και φτάνοντας μέχρι τις αμιγώς ουκρανικές στη Δύση, σύντομα αντιλαμβάνεσαι ότι «το σύμφωνο συμβίωσης» μεταξύ των δύο εθνοτήτων, βασίστηκε σε μια σαθρή σύμβαση: Αυτή της επίπλαστης ελπίδας για «ελευθερία» που δημιούργησε η απελευθέρωση από τα δεσμά της ΕΣΣΔ στις αρχές της δεκαετίας του ’90 και της πάνδημης προσμονής για «καλύτερες ημέρες» που – φευ- δεν ήρθαν ποτέ, τουλάχιστον για τους περισσότερους από τους 50 εκατομμύρια κατοίκους της χώρας.

Από τη μια πλευρά η νέα γενιά που μεγάλωσε με τα κατάλοιπα των διηγήσεων των παλαιοτέρων για καταπίεση στην έκφραση και τη γνώμη και που πήγε σε οργανωμένα με το σοβιετικό σύστημα δημόσια σχολεία μαθαίνοντας σκάκι και μουσική, ενώ την ίδια ώρα πάσχιζε να συγκεντρώσει χρήματα για να αγοράσει πλυντήριο ρούχων, γιατί ήταν πανάκριβο για το βαλάντιο της μέσης οικογένειας, που δεν ξεπερνούσε τα 200 δολάρια το μήνα- και αυτό στις πόλεις. Στον αντίποδα, η παλιά γενιά, που βάλθηκε στα γεράματα να μάθει να «ανταγωνίζεται» για να επιβιώσει την ώρα που έβλεπε νεαρούς «ολιγάρχες» να ζουν πλουσιοπάροχα εκμεταλλευόμενοι  τις τεράστιες κρατικές περιουσίες που ελέω πολιτικών φίλων, απέκτησαν εν μία νυκτί. Από τη μια η πανέμορφη ξανθιά που αποφάσισε να εξαγοράσει πρόωρα την «ελευθερία» της σε ένα ακριβό παραλιακό κλαμπ που συχνάζουν ξένοι και ντόπιοι επιχειρηματίες και τυχοδιώκτες και από την άλλη ο συνταξιούχος στρατιωτικός που επαιτεί στον κεντρικό σιδηροδρομικό σταθμό με τα παράσημα του κλέους φορεμένα στην τρύπια «οχτάρα».

Είπαμε όμως ότι οι εθνοτικές διαφορές, υπό ιδανικές συνθήκες (αυτές της πολυπόθητης ευμάρειας) μπορεί ενίοτε και να θαφτούν στο συλλογικό ασυνείδητο. Τι γίνεται όμως όταν  η υπομονή στερέψει και όταν η ευμάρεια όχι μόνο δεν έρχεται, αλλά ούτε καν υπονοείται; Τότε η κάθε μια από τις ομάδες αυτές, οργανώνεται: Οι νέοι  χωρίς μέλλον από τη δύση στα εθνικιστικά κινήματα που  υπόσχονται   υπερηφάνεια και αυτοδιαχείριση στις τύχες του λαού (και τις πλουτοπαραγωγικές πηγές)  που νέμονται οι καθεστωτικοί φιλορώσσοι, οι παλαιότεροι από την ανατολή με το παρελθόν καθαρά χαραγμένο στη μνήμη τους, περεταίρω εξάρτηση από τον μοναδικό σύμμαχο που τους παρείχε κάτι απτό την  ασφάλεια και τη σταθερότητα, δηλαδή τη Ρωσσία. Αυτός είναι ένας αρκετά ρεαλιστικός «οδικός χάρτης» των όσων συμβαίνουν σήμερα στην Ουκρανία.

Δεν είναι όμως αντιστοίχως ρεαλιστική η προσέγγιση της κατάστασης από την Ε.Ε. Η τραγική ανυπαρξία της εξωτερικής της πολιτικής, που έχει διαφανεί σε πολλές άλλες διεθνείς περιπτώσεις, καθίσταται εκκωφαντική επί Ελληνικής Προεδρίας. Όχι πως θα περιμέναμε από κανέναν πολιτικό του διαμετρήματος Βενιζέλου να απαντήσει σε ερωτήματα που όλοι αρνούνται να θέσουν. Θα μπορούσαμε όμως, έτσι για αλλαγή, να αναλάβουμε  μια πρωτοβουλία στην κατεύθυνση που θα διασφάλιζε όχι τα ευρωπαϊκά, αλλά τα Ελληνικά συμφέροντα. Στην συγκεκριμένη περίπτωση, τα Ελληνικά συμφέροντα είναι διττά: Αφενός τα συμφέροντα της μεγάλης Ελληνικής παροικίας στην Κριμαία και την ευρύτερη περιοχή των παραλίων της Μαύρης Θάλασσας και αφετέρου τα στενώς νοούμενα γεωπολιτικά συμφέροντα της χώρας.

Σε σχέση με τα πρώτα, η  ουδετερότητα είναι ο καλύτερος οδηγός. Οι Έλληνες της περιοχής δεν έχουν να μοιράσουν τίποτα με κανέναν, οι κοινότητές τους είναι ανθούσες και είναι αγαπητοί από το σύνολο των κατοίκων. Ουδέποτε ετέθη σε κίνδυνο η επιβίωσή τους- τουλάχιστον σε βαθμό μεγαλύτερο από των αυτοχθόνων- και όσα ακούγονται για δήθεν προσπάθεια απομόνωσής τους από τους εθνικιστές της Δύσης ελέγχονται ως υποβολιμαία. Στην Ουκρανία, αντίθετα με τα όσα συνέβησαν στις αρχές του ’90 στη Γεωργία, τόσο οι Ουκρανοί όσο και οι Ρώσσοι δεν εποφθαλμιούσαν (τουλάχιστον στη μετασταλινική περίοδο)  ούτε τις περιουσίες ούτε την προκοπή των Ελλήνων συμπατριωτών τους ώστε να στραφούν εναντίον τους.

Σε σχέση με τα γεωπολιτικά συμφέροντά μας, οφείλουμε να είμαστε πιο προσεκτικοί, όχι όμως βουβοί. Η (ακόμα και ρητορική) σύνδεσή μας με τη Ρωσσία εγκυμονεί κινδύνους που μπορεί σύντομα να τους βρούμε μπροστά μας. Πώς θα πάρεις αναφανδόν θέση υπέρ της ρωσσικής επέμβασης στην Κριμαία, ακόμα και με τη μορφή του «δημοκρατικού» δημοψηφίσματος, όταν έχεις ανάλογα ανοιχτά θέματα στη Δυτική Θράκη; Πώς δηλαδή από τη μια θα χαίρεσαι για το αποτέλεσμα που επικύρωσε ο (ρωσσογενής και ρωσσόφιλος) πληθυσμός της Κριμαίας με την επέμβαση του στρατού και ταυτόχρονα θα λυπάσαι αν κάνει το ίδιο ο (τουρκογενής και τουρκόφιλος) πληθυσμός στη Θράκη; Πώς θα μιλάς για «εθνική αυτοδιάθεση» μην έχοντας (σωστά) αναγνωρίσει ακόμα το Κόσοβο, αντίθετα με τις περισσότερες «συμμάχους» σου; Και πώς επίσης θα ξεχάσεις ότι από τις πρώτες χώρες που αναγνώρισαν τα Σκόπια ως «Δημοκρατία της Μακεδονίας» ήταν οι «φίλοι και ομόδοξοι» Ρώσσοι, όταν εσύ προσπαθούσες (και εν πολλοίς κατάφερες) να πείσεις τους Ευρωπαίους για τα δίκαια ιστορικά σου αιτήματα στο όνομα;

Η αδυναμία άρθρωσης Ελληνικής εξωτερικής πολιτικής, που άγεται και φέρεται όπως το ξύλο στον ωκεανό, δημιουργεί δυνητικά τεράστια προβλήματα, ακόμα και στο άμεσο μέλλον, εφόσον η κατάσταση ενταθεί στην περιοχή. Η Ε.Ε., δεμένη στο άρμα των ΗΠΑ, έχει συμφέρον να αποκόψει την Ουκρανία από την ηγεμονία της Ρωσίας. Δεν την ενδιαφέρει αν οι πολίτες της χώρας θα ξεπαγιάσουν τον επόμενο χειμώνα επειδή η Ρωσία θα κλείσει τη στρόφιγγα του φυσικού αερίου, ούτε αν οι «επαναστάτες» είναι οι «φασίστες» που στα εδάφη της απαγορεύει, κυνηγά και φυλακίζει, αρκεί να κάνει τη δουλειά της.  Business as usual.

Δυστυχώς η «ελληνική» εξωτερική πολιτική δεν ήταν ποτέ, ειδικά τα τελευταία χρόνια, ελληνική. Και αυτό αποτελεί συνέπεια όχι μόνο της οικονομικής καχεξίας αλλά και της έλλειψης πατριωτικού οράματος που δεν σχετίζεται απαραίτητα με την έκταση της χώρας. Η Ελλάδα συντασσόμενη πότε με τους αδηφάγους «εταίρους» και πότε με τους υπερατλαντικούς, συνεχίζει να πληρώνει ακριβά (και όχι μόνο σε χρήμα) την παντελή απουσία εθνικής στρατηγικής, προϋπόθεση της οποίας είναι, εκτός από την αποτρεπτική ισχύ, το όραμα για το πώς θέλουμε να δούμε την Ελλάδα στη διεθνή γεωπολιτική σκακιέρα.

Η εμμονή στις γνωστές πολιτικές εξάρτησης, που μοιραία οδηγούν στην υποταγή όταν έχουν ως μοναδική παράμετρο την οικονομία (όπως ακριβώς δίδαξε με την Ιστορία του ο Θουκυδίδης) είναι ο δρόμος που μέχρι σήμερα ακολούθησαν όλες σχεδόν οι ελληνικές Κυβερνήσεις. Αντίθετα, η εκμετάλλευση του στρατηγικού πλεονεκτήματος της πνευματικής, ιστορικής και πολιτισμικής υπεραξίας που διαθέτει (ακόμα…) η Ελλάδα παγκοσμίως, ούτε έχει μελετηθεί σε σχέση με τις συμμαχίες που μπορεί να αποφέρει, ούτε πολύ περισσότερο έχει ποτέ σχεδιαστεί. Αυτοί που  μας έχουν πείσει  (Έλληνες και ξένοι) ότι η γλώσσα, η  Ιστορία και ο  Πολιτισμός, όπως καλλιεργείται διαχρονικά στις Ελληνικές Κοινότητες όπου γης,  δεν είναι το καλύτερο διαβατήριο για την ανεύρεση διεθνών συμμαχιών, τότε μάλλον  είναι αυτοί που κερδίζουν εξαργυρώνοντας τη διεθνή ανυπαρξία μας. Το χειρότερο είναι ότι τους γνωρίζουμε και ότι ακόμα τους πιστεύουμε.

*Δικηγόρος- ΜΔΕ Ποινικού Δικαίου

πηγή

(Visited 7 times, 1 visits today)




Leave a Reply