Ἰσλαμοποιημένη (κοντινὴ) πραγματικότης

Ὁ κύριος Μουσταφὰ ξύπνησε ἄκεφος ἐκεῖνο τὸ πρωινό. Ἐδῶ καὶ ἡμέρες περίμενε μὲ ἀγωνία ἐκεῖνο τὸ τηλεφώνημα ἑνὸς φίλου, τοπικοῦ ἰμάμη ἀπὸ τὴν Νέα Χεράτ, σχετικὰ μὲ τὴν ὑποψηφία δευτέρα σύζυγό του. Δὲν εἶχε δῆ ἀκόμη φωτογραφία της ὅμως ἤξερε πὼς ἦταν ἤδη μεγάλη, σχεδὸν 17 ἐτῶν. Σκεφτόταν νὰ πάρει ἄδεια ἀπὸ τὴν δουλειά του καὶ νὰ ἀνεβῇ μὲ τὸ ὑπεραστικὸ ἔως τὴν Νέα Χεράτ, νὰ ἰδῇ ὁ ἴδιος τὴν ὑποψηφία νύφη. Θὰ ἦταν καὶ μία εὐκαιρία νὰ θαυμάσῃ τὰ ἀξιοθέατά της πόλεως, ἰδίως τὸ Κανλὶ Κουλὲ (αὐτὸ ποὺ οἱ ἄπιστοι ἀποκαλοῦσαν ἄσπρο πύργο) καὶ τὴν περίφημο ἐπιγραφὴ στὸ Ἐσκὶ Τζουμὰ τζαμί, ποὺ ἐνετοίχισε ὁ σουλτάνος Μουρὰτ (εὐλογημένο ἂς εἶναι τὸ ὄνομά του) ὅταν κατέκτησε τὴν πόλη τὸ ἔτος Ἐγίρας 883.

Ὅμως τὰ τελευταία νέα ἦσαν μᾶλλον ἀποθαῤῥυντικά. Οἱ μάχες μεταξύ της νοτίου συνομοσπονδίας τῶν Παστοῦν καὶ τῆς βορείου σιιτικῆς συμμαχίας εἶχαν ἀναζωπυρωθῆ στὴν περιοχὴ τῶν Τεμπῶν καὶ τὸ κάστρο τοῦ Πλαταμῶνος εἶχε ἀλλάξη τρεῖς φορὲς χέρια τὸν τελευταῖο μήνα. Εὐτυχῶς διεφαίνετο πὼς ἡ Ἄγκυρα θὰ ἐπενέβαινε ξανὰ ὥστε νὰ ἐπιτευχθῇ προσωρινὴ κατάπαυσις πυρὸς ἀνάμεσα στοὺς ἐμπολέμους. Ἴσως αὐτὴν τὴν φορὰ νὰ ἔστελνε εἰρηνευτικὲς δυνάμεις ἀπὸ τὶς βάσεις της στὴ Μιντιλὶ καὶ τὰ ἄλλα νησιὰ τοῦ ἀνατολικοῦ Αἰγαίου.

Σηκώθηκε ἀργὰ ἀργὰ ἀπὸ τὸ κρεββάτι του, ἤπιε τὸ τσάι του, ἐνίφθη βαριεστημένα κι ἐπροσευχήθη στὸ μικρὸ περσικὸ χαλάκι, δῶρο τοῦ ἰμάμη Μπεντρεντίν. Ξαναμίλησε γιὰ τὸ θέμα τῆς νύφης μὲ τὴν πρώτη του γυναίκα, ποὺ τὸν ἀπεθάῤῥυνε ἀπὸ τὸ ἐπικίνδυνο ταξείδι στὸ βοῤῥᾶ. Ἦταν τόσο στεναχωρημένος ποὺ δὲν εἶχε κέφι οὔτε νὰ τὴ κτυπήσῃ γιὰ τὴν ἀντιλογία της.

Ἐσκέφθη νὰ κατεβῇ μία βόλτα στὸ κέντρο, στὸ Μεγάλο Τζαμί, τὴ μητροπόλεως τῶν παλαιῶν κατοίκων τῆς Ἀτούνα. Ἀπὸ αὐτοὺς ὅσοι εἶχαν ἀπομείνη, καὶ στὴν Ἀτούνα καὶ στὴν ὑπόλοιπο Al-Yunan, ζοῦσαν σὲ σχετικὰ ἀπομονωμένες κοινότητες. Σὲ ἕνα πληθυσμὸ 32 ἑκατομμυρίων, ἀριθμοῦσαν τὸ πολὺ ἴσως λίγο περισσότερο ἀπὸ ἐνάμιση ἑκατομμύριο. Ἀπὸ τὰ ὑπόλοιπα 5 καὶ κάτι ἑκατομμύρια τους, οἱ ἐλὶτ καὶ οἱ πιὸ φραγκάτοι καὶ μορφωμένοι εἶχαν διαφύγη στὴν Δύση ἐνῶ οἱ ὑπόλοιποι τελικὰ εἶδαν τὸ φῶς τὸ ἀληθινὸ καὶ ἠκολούθησαν τὴν πίστη τοῦ Προφήτου.

Ὁ κύριος Μουσταφᾶ, παρ’ ὅλες τὶς δυσκολίες, τὶς μάχες ποὺ ἐμαίνοντο στὸν βοῤῥᾶ καὶ τὶς βομβιστικὲς ἐπιθέσεις ποὺ κατὰ καιροὺς ἀνεστάτωναν τὴ μισοερειπωμένη πρωτεύουσα, ἐνοίωθε εὐλογημένος σὲ αὐτὸν τὸν τόπο. Ἀναλογίζετο τὶς δοκιμασίες, τὰ βάσανα καὶ τὸν πόνο τῶν πρώτων προγόνων του ποὺ εἶχαν ἔλθη ἐδῶ πρὶν 60 χρόνια. Ὁ Ἀλλὰχ ὅμως τοὺς εὐλόγησε φέρνοντάς τους στὴν συνέχεια κι ἄλλα πολλὰ ἑκατομμύρια ἀδελφοὺς σὲ ἕνα τόπο μὲ ἀδυνάμους καὶ ἐκφυλισμένους κατοίκους. Ἀποβλακωμένοι, εἶχαν πάψη νὰ ἀναπαράγονται ἀπὸ δεκαετίες πρίν, ὑπῆρχαν ὅμως ἀκόμη ἀρκετὲς πιτσιρίκες, ὄμορφες σὰν τὰ νερὰ τοῦ Εὐφράτου, πάντα πρόθυμες νὰ ἀσπασθοῦν τὴν δόξα τοῦ Προφήτου καὶ νὰ μετατραποῦν σὲ ὑπάκουες παλλακίδες γιὰ τοὺς νέους ἀφέντες τῆς χώρας.

Ἐνῶ τὰ σκεφτόταν ὅλα αὐτά, ῥούφηξε βιαστικὰ μία τελευταῖα γουλιὰ ἀπὸ τὸ τσάι του καὶ κατηφόρησε γιὰ τὸ κέντρο τῆς πόλεως.

6η τοῦ μηνὸς Moυχαρράμ, ἔτος 1499 (2076 μ.Χ. μὲ τὸ ἡμερολόγιο τῶν ἀπίστων)

Ἐξοργισμένος Ἕλλην

(Visited 264 times, 1 visits today)




One thought on “Ἰσλαμοποιημένη (κοντινὴ) πραγματικότης

Leave a Reply