Ὑπάρχει λόγος γιά νά ἀλλάξω;

Ὅταν ἡ καθημερινότης μου εἶναι γεμάτη ἄγχος, νεῦρα, φόβους, ἀνασφάλειες, ἀρνητικότητες καί, τελικῶς, ἐπάνω ἀπὸ ὅλα διαρκῶς μοῦ ἀπομένει μεγάλη πίκρα, ἀπογοήτευσις, ὀργὴ ἢ ἀκόμη καὶ μῖσος ναί, σίγουρα, κάτι πρέπει νὰ ἀλλάξω. Ἴσως νὰ σκέπτομαι πὼς πρέπει νὰ ἀλλάξω ἐγὼ τὸν κόσμο μας, στὰ πάντα, ἤ ἀκόμη καὶ νὰ ἀλλάξω ἐγὼ τόσο, ὥστέ, ἐπὶ τέλους, νὰ παύσω νὰ εἶμαι …ἐγώ.
Μά εἶναι πράγματι ἔτσι ἤ θά …ἤθελα νά εἶναι ἔτσι;

Τὸ «κουβάρι» τῶν (συν)-αἰσθημάτων μου εἶναι μία χρήσιμος ἀφορμὴ γιὰ νὰ «κυττάξω» κατάματα …ἐμέναν καὶ νὰ ἀντιληφθῶ τὸ πόσο πράγματι μὲ σέβομαι, τὸ πόσο ἀληθῶς καὶ σὲ βάθος μὲ τιμῶ, μά, ἐπάνω καὶ πρῶτα ἀπὸ ὅλα, τὸ πόσο ἀποδέχομαι, ἀγαπῶ καὶ προστατεύω αὐτὸ ποὺ ἐγὼ εἶμαι. Διότι, ὡς γνωστόν, ἐγώ, καθὼς καὶ κάθε ἄλλο πλάσμα τοῦ κόσμου μας, ἀπὸ ἀρχῆς ὑπάρξεώς μου ἤμουν, εἶμαι καὶ θὰ παραμένω ἕνα μοναδικό, ἀξιοθαύμαστον, ὑπέροχον τῆς Φύσεως πλάσμα.
Αὐτό τό κατανοῶ ἤ ὄχι;

Ἡ Ἀρχὴ γιὰ νὰ μπορέσω νὰ …«μετουσιωθῶ» σὲ ὅλα αὐτὰ πού, κατ’ ἐμέ, ὄφειλα νὰ εἶμαι, δὲν πατᾶ ἐπάνω στὸ πῶς θὰ «ἔπρεπε» ἢ θὰ «ὄφειλα» ἢ θὰ μὲ «ἤθελαν» οἱ ἄλλοι νὰ εἶμαι, παρὰ μόνον στὸ ἐὰν αὐτὸ ποὺ ἤδη εἶμαι τὸ ἐκτιμῶ, τὸ σέβομαι καὶ τὸ ἀποδέχομαι ἀκριβῶς ὅπως εἶναι. Ἄλλο τὸ νὰ μὲ ἀποδεχθῶ ὅπως εἶμαι καὶ ἄλλο τὸ νὰ …ἀνέχομαι αὐτὸ ποὺ εἶμαι, ἐνᾦ παραλλήλως ἀμέτρητες ἐνοχές, ἀμφιβολίες καὶ κριτικὲς «ψαλιδίζουν» καθημερινῶς κάθε μορφὴ αὐτοεκτιμήσεώς μου. Ἄλλο τὸ νὰ ἀγαπήσω κάθε μου λάθος, κάθε μου στραβοπάτημα καὶ κάθε μου …«παραλογία» ὡς ἔχει καὶ ἄλλο νὰ προσπαθῶ νὰ τὰ «κουκουλώσω» ὅλα αὐτά, κυρίως ἀπὸ …ἐμέναν.
Εἶμαι αὐτὸ ποὺ εἶμαι, ὅπως εἶμαι, γιὰ ὁποιουσδήποτε λόγους καὶ ὀφείλω, γιὰ ἀρχή, νὰ σεβασθῶ, νὰ τιμήσω καὶ νὰ …παρηγορήσω μόνη μου αὐτὴν τὴν προσωπικότητα.

Ὅλο αὐτὸ τὸ σύνολον συμπεριφορῶν, πράξεων καὶ συναισθημάτων ποὺ ἐξέφρασα κι ἐκφράζω, μὰ καὶ θὰ ἐκφράσω στὸ μέλλον, εἶναι τὸ ἀποτέλεσμα ἐμπειριῶν, ἐρμηνειῶν καὶ (σωστῶν ἢ λάθος) συμβιβασμῶν μου. Αὐτὸ ἔχω, αὐτὸ εἶμαι καὶ μὲ αὐτὸ θὰ πορευθῶ. Τὸ νὰ μὲ «στήνω στὴν γωνία» καὶ νὰ μὲ …«πυροβολῶ» δὲν εἶναι ἡ λύσις. Ἡ λύσις εἶναι νὰ μὲ ἀποδεκτῶ ὡς ἔχω, γιὰ νὰ μπορέσω, τοὐλάχιστον, ὅσο τὸ δυνατόν, νὰ μὲ ἐκτιμήσω. Ἀπὸ ἐκεῖ ξεκινοῦν τὰ πάντα, διότι τελικῶς, ἐφ΄ ὅσον, κατὰ κάποιον τρόπο, αἰσθάνομαι κάπως σὰν …«κέντρο τοῦ κόσμου μας», πῶς γίνεται νά κινηθῶ σέ αὐτόν τόν κόσμο ἐάν αὐτό πού ἐγώ ἐκφράζω τό περιφρονῶ;

Δὲν εἶναι ἁπλῆ αὐτὴ ἡ διαδικασία. Εἶναι ἐπίπονος, μακρᾶ καὶ κοπιαστική. Τελικῶς ὅμως εἶναι καὶ ἀπελευθερωτική. Τὰ κάθε εἴδους καὶ τύπου «δεσμὰ» ποὺ κουβαλῶ, ἕνα πρὸς ἕνα, καταῤῥέουν καὶ ἡ ἐπιστροφή μου στὴν (ἀληθῆ) ζωὴ εἶναι δεδομένη. Τότε καὶ μόνον τότε, ποὺ ἁπλῶς θὰ ἀλλάξω τὶς ὀπτικές μου γιὰ ἐμέναν, θὰ ἐπιτύχω νὰ ἀλλάξω καὶ τὴν ζωή μου.

Δὲν χρειάζεται λοιπὸν νὰ ἀλλάξω ἐγὼ παρὰ μόνον ὁ τρόπος ποὺ μὲ ἀντιμετωπίζω.
Καὶ τότε, ὤ τοῦ …θαύματος, θὰ διαπιστώσω πὼς δὲν χρειάζεται νὰ κάνω κάτι περισσότερο γιὰ νὰ ἀλλάξω τὸν κόσμο. Ὁ κόσμος θὰ ἔχη ἀλλάξη …αὐτομάτως τόσο, ὅσο οὐδέποτε μπροοῦσα νὰ φαντασθῶ ἢ νὰ ὀνειρευθῶ.

Φιλονόη

Υ.Γ. Ὅσο γιὰ τὴν (ἔως τώρα, κατ’ ἐμέ, ἀναγκαία μου) ἀλλαγή, ἂς τὸ ἀφήσω, γιὰ τὴν ὥρα, παράμερα. Τὸ ἐὰν κάτι θὰ ἀλλάξω, πῶς καὶ πότε, θὰ τὸ διαπιστώσω μετά. Τώρα προέχει μόνον τὸ νὰ ἀναστρέψω τὶς ὀπτικές μου.

εἰκόνα

Ἀποποίηση εὐθύνης

Οἱ συντάκτες τῶν ἄρθρων ἀποδέχονται ὅτι φέρουν τὴν ἀποκλειστικὴ εὐθύνη γιὰ τὴ νομιμότητα, ἀλλὰ καὶ γιὰ τὴν ὀρθότητά του περιεχομένου τῶν ἄρθρων τους, ἀπαλλάσσοντας τὸ filonoi.gr ἀπὸ ὁποιανδήποτε σχετικὴ εὐθύνη.

Ἀπαντῆστε

Ἡ ἠλεκτρονική σας διεύθυνση δὲν θὰ δημοσιευθεῖ. Τὰ ὑποχρεωτικὰ πεδία σημειώνονται μὲ *