
Κάπως, ἔστι ἔχουν τά πράγματα. Ἐννοεῖται, μόνον γιά τόν φτωχό λαό.
Θά μᾶς ἐξετάζῃ, θά μᾶς ὑποβάλλῃ σέ ἐργαστηριακές καί ἀκτινολογικές ἐξετάσεις (αὐτό εἶναι ἕνα ἄλλο θέμα), θά στεκόμαστε στήν οὐρά γιά νά μᾶς γράψῃ τά φάρμακα – τήν δραστική οὐσία πού «θεραπεύει, ὄχι τό φάρμακο – γιά νά ἔχουμε δικαίωμα νά πᾶμε στό φαρμακεῖο, καί στήν συνέχεια ὁ φαρμακοποιός θά εἶναι ὑποχρεωμένος νά μᾶς δίδῃ τό φθηνότερο φάρμακο πού τήν περιέχει.
Θά ἔχουν φροντίσει οἱ ὑπεύθυνοι νά κάνουν εἰσαγωγές – εἶναι ἤδη δρομολογημένο – ἀπό τριτοκοσμικές χῶρες, εὐτελοῦς καί ἀμφιβόλου ποιότητος σκευάσματα γιά νά μᾶς τά παρέχουν καί θά πληρώνουμε, κιόλας, ἀφοῦ οὕτως ἤ ἄλλως πληρώνουμε συμμετοχή.
Θά ἀρρωσταίνουμε, στήν καλλιτέρα τῶν περιπτώσεων, θά πεθαίνουμε καί Συνέχεια




