Μυκῆναι, Νοέμβριος 1876…

 Ὁ Wilhelm Dörpfeld (στὸ ἄνοιγμα τοῦ τοίχου, πάνω αριστερά) καὶ ὁ  Heinrich Schliemann (ἐπάνω ἀπὸ τὴν πύλη, πρὸς τὰ δεξιά) στὴν Πύλη τῶν Λεόντων στὶς Μυκῆνες. Wilhelm Dörpfeld (peeking through a hole in the wall, to the left) and Heinrich Schliemann (with cane and glasses, atop the gate, to the right) at the Lion Gate at Mycenae. source Deutsches Archäologisches Institut Athen    

Ἀλήθεια, ἀρ. φύλ. 2764, 18.11.1876

Ἐξ Ἄργους διεβιβάσθη τῇ κυβερνήσει τὸ ἀκόλουθον τηλεγράφημα. Συνέχεια

Πῶς στύβεις μία βρεγμένη πετσέτα στό διάστημα;

Τὸ στύψιμο μιᾶς βρεγμένης πετσέτας στὸ Διάστημα …!
Τί θά συμβῇ ἄν στύψετε μία βρεγμένη πετσέτα στό διάστημα;
Τὸ  νερὸ δὲν θὰ πρέπῃ νὰ πέσῃ πρὸς τὸ πάτωμα, διότι δὲν  ἔχουμε βαρύτητα,  τὴν στιγμὴ ποὺ εὑρισκόμεθα σὲ τροχιὰ γύρω ἀπὸ τὴν Γῆ.
Ἀλλά τί θά γίνῃ μέ τό νερό; Θά πεταχθῇ έξω ἀπό τήν πετσέτα; Συνέχεια

Ἀμαρτίαι γονέων…

Φωτι κα θάνατος στ πέρασμά τους
Κα ὁ φόβος ξύπναγε βαθς
κα ἀνταριασμένος
κα ἀνασκάλευε τ σωθικά…

Ἡ μετάδοσις τῆς πληροφορίας.

Ἔχουμε ἀναρωτηθεῖ γενικῶς γιά τό τί ἀντίκτυπο ἔχουν οἱ συμπεριφορές μας;
Μᾶς ἔχει ἀπασχολήσει τό πόσους ἀνθρώπους ἐπηρεάζουμε ὅταν εἴμαστε νευρικοί, θυμωμένοι ἤ χαρούμενοι;
Ἔχουμε συνειδητοποιήσει πώς τελικῶς τόν κόσμο μας τόν δομοῦμε καί τόν ἀποδομοῦμε κατά τά …κέφια μας; Συνέχεια

Ποιά εἶναι ἡ βασική διαφορά τῆς Ἑλληνικῆς ἀπό τήν ξένη μουσική;

Ποία είναι ἡ βασική διαφορά τῆς Ἑλληνικῆς ἀπό τήν ξένη μουσική μέ τήν ὁποία μᾶς ἔχουν πρήξει τὰ καρύδια;

Ἡ Ἑλληνικὴ μουσικὴ (ἑλληνικὴ λέμε) εἶναι μουσικὴ ζωῆς. Ὁποῖος ξέρει νὰ ἀκούει, καταλαβαίνει.

Ἡ ξένη ἀγγλοσαξονικὴ μουσικὴ εἶναι ὕμνος πρὸς τὸν συμπλεγματισμό.
Διαμαρτυρία, ἔκφρασις τῆς καταθλίψεως. Συνέχεια

Καμμιὰ πατρίδα γιὰ τοὺς μελλοθάνατους (μιὰ παραβολή)

«Ξέρεις πῶς γίνονται μυρμηγκομαχίες;»
Ἦταν ὁ Τηλέμαχός ποὺ μὲ ῥωτοῦσε.
Σήκωσα τὰ μάτια ἀπὸ τὸ βιβλίο. Ζεστὸς ἥλιος, ἀνοιξιάτικος, κι ἀπέναντι ἡ θάλασσα. Ἤταν πολὺ πιὸ λαμπερὰ ἐκεῖ ἔξω.
«Ξέρεις;» μὲ ῥώτησε ξανά.
Ἔκλεισα τὸ βιβλίο καὶ τὸ ἄφησα στὸ παγκάκι… Τοῦ ζήτησα νὰ μοῦ πεῖ.
Ὁ Τηλέμαχος ἔτρεξε στὸ πάρκο καὶ γύρισε κρατώντας κάτι ἀνάμεσα στὸν ἀντίχειρα καὶ τὸν δείχτη.
«Παίρνεις δύο μυρμήγκια ἀπὸ διαφορετικὲς φωλιές… Καὶ τὰ πιέζεις τὸ ἕνα πάνω στὸ ἄλλο», εἶπε δείχνοντάς μου αὐτό που κρατοῦσε. «Ὕστερα τὰ ἀφήνεις».
Ἔσκυψε καὶ ἀκούμπησε στὸ βιβλίο μου μιὰ μικρὴ μαύρη μπάλα.
Ἀνάμεσα στὴ δεύτερη καὶ τὴν τρίτη λέξη τοῦ τίτλου «Μουσικὴ – Κοινωνία – Ἐκπαίδευση», ἡ μπάλα ἄνοιξε.
Ἤταν δύο μαῦρα μυρμήγκια. Εἴχαν πιαστεῖ δαγκάνα μὲ δαγκάνα.
«Βλέπεις;» εἶπε ὁ μικρός. «Παλεύουν.»
«Βλέπω», ἀπάντησα. Συνέχεια