Εἴδατε μίαν ὡραία φωτογραφία;
Εἴδατε τό μέγεθος τοῦ ἀνθρώπου ἐμπρός στόν θεό;
Κι ὅλα αὐτά πότε; Μήπως τότε πού ὁ Προμηθεύς, σέ συνεργασία μέ τήν Ἀθηνᾶ, κατεσκεύασε τόν ἄνθρωπο;
Ἀρχεῖα κατηγορίας: ἀφιερώματα
Μέχρι τὸ τέρμα.
Υπάρχουν ακόμη άνθρωποι μέσα στους παγετώνες της Εποχής των Αλαζόνων. Στέκονται όλοι σε μια στάση λεωφορείου κι ας γνωρίζουν ότι η γραμμή «Ελπίδα-Όνειρο» έχει καταργηθεί προ πολλού. Έχουν την περίεργη εμμονή να βγαίνουν από το σπίτι τους και να μην κρατούν ποτέ ομπρέλα ακόμα και αν το σύστημα βρέχει τόσο άδικο που σε τρυπάει μέχρι το μεδούλι. Πάντα στην μια τους τσέπη έχουν το εισιτήριο, που χρόνια ένας εισπράκτορας της Εντιμότητας δεν βρέθηκε να τους το ακυρώσει.
«Ἄφησέ με… Πρέπει νὰ κατεβῶ μόνος μου!»
Ὁ κυρ-Ἀποστόλης εἶναι γύρω στὰ ἐνενήντα.
Πρὸ δύο-τριῶν ἐτῶν τὸν κτύπησε ἕνα αὐτοκίνητο, σὲ κεντρικὸ σημεῖο τῆς πόλεως, τὸν πέταξε στὸ ἀντίθετον ῥεῦμα κυκλοφορίας καὶ ὅλοι πιστέψαμε πὼς πάει ὁ κυρ-Ἀποστόλης. Μᾶς τελείωσε.
Σπασμένη λεκάνη, πόδι, χέρι…
Σιγά… Ὁ γέρος ξέρουμε, ἤ ἀπὸ πέσιμο θὰ πάῃ ἤ ἀπὸ …χέσιμο.
Τί λέτε καλέ πού θά πήγαινε ὁ κυρ Ἀποστόλης ἔτσι εὔκολα;
Κατὰ πῶς τὰ λέει κι ὁ ἴδιος, θὰ μᾶς θάψῃ ὅλους…
Συνέχεια
Ποιοί εἶναι οἱ πραγματικοί Τοῦρκοι;

Ἐπάνω Μογγόλος τουρκαλᾶς, ὅπως ἤλθε ἀπὸ τὴν Μογγολία.
Κάτω, αὐτὸς ποὺ εἶναι ὁ σημερινὸς Τοῦρκος. Συνέχεια
Μάθημα διαχειρίσεως ἄγχους.
Οι φοιτητές παρακολουθούσαν με μεγάλο ενδιαφέρον το μάθημα για τη διαχείριση του άγχους, όταν ο καθηγητής έπιασε ένα ποτήρι και το σήκωσε ψηλά.
Όλοι φαντάστηκαν ότι θα έκανε τη γνωστή ερώτηση: «Είναι μισοάδειο ή μισογεμάτο;». Αντί όμως αυτό, με ένα πλατύ χαμόγελο στο πρόσωπό ρώτησε:
– Πόσο βαρύ είναι αυτό το ποτήρι με το νερό;
Τὸ παιδὶ καὶ τὸ ζωγραφισμένο λιοντάρι.
Μια φορά κι έναν καιρό ζούσε ένας πλούσιος κτηματίας, που δεν είχε κανέναν άλλον στον κόσμο, παρά τον μονάκριβο γιο του. Ο άνθρωπος αυτός ήταν πολύ φοβητσιάρης, φοβόταν ακόμα και την ίδια του τη σκιά. Ένα βράδυ είδε ένα παράξενο όνειρο: πως το γιό του τον έφαγε ένα λιοντάρι. Ο κτηματίας φοβήθηκε πάρα πολύ κι επειδή δεν ήθελε το όνειρο αυτό να βγει αληθινό, κάλεσε τους καλύτερους μαστόρους κι έχτισε ένα σπίτι με πολλά δωμάτια, σωστό παλάτι.
Το μέγαρο αυτό όμως είχε τα παράθυρά του πολύ ψηλά, τις πόρτες του πάντα κλειδωμένες και περιστοιχιζόταν από έναν ψηλό φράχτη. Εκεί μέσα κρατούσε κλειδωμένο το μοναχογιό του ο κτηματίας. Και για να μη στενοχωριέται το παιδί, ο κτηματίας κάλεσε ένα σπουδαίο ζωγράφο και του ζήτησε να ζωγραφίσει όλους τους τοίχους του σπιτιού.