Μόνον «Καλὴν Λευτεριὰ» εὔχομαι Ἕλληνες.

Ἐδῶ καὶ μερικὲς ἡμέρες διαβάζω εὐχές, δέχομαι εὐχές, ἀκούω εὐχές. Ἀλλὰ δὲν ἀπαντῶ.
Φέρομαι ἀγενῶς… Ἀλλὰ δὲν εἶναι ἔτσι…
Κουράστηκα. Δὲν ἔχουν νόημα ὅλα αὐτά. Δὲν ἐμπεριέχουν τὴν ἀλήθεια. Δὲν ἐκφράζουν αὐτὸ ποὺ αἰσθάνομαι, ἀλλὰ οὔτε αὐτὸ ποὺ πράγματι αἰσθάνονται οἱ γύρω μου. Λέμε ψέμματα ὁ ἕνας στὸν ἄλλον, μόνον καὶ μόνον γιὰ νὰ πείσουμε τοὺς ἑαυτούς μας, γιὰ κάτι ποὺ πρὸ πολλοῦ ἔχει τελειώσει.

Τί ἔχει τελειώσει;
Δὲν ἀναφέρομαι στὴν πίστι τοῦ κάθε ἑνὸς ἀπὸ ἐμᾶς.
Συνέχεια

Πῶς θά μπορούσαμε νά διακρίνουμε τήν ἡμέρα ἐάν δέν ὑπῆρχε ἡ νύκτα;

Ὅλα τὰ εἴδη τῶν ἀνθρωπίνων συμπεριφορῶν εἶναι ἀπαραίτητα πρὸ κειμένου νὰ μὴ διαταράσσεται ἡ οἰκολογία τοῦ πνεύματος καὶ νὰ μπορῇ τὸ πνεῦμα νὰ ἐξελίσσεται.
Πῶς θὰ μπορούσαμε νὰ μάθουμε τὴν ἀγάπη ἂν δὲν ὑπῆρχαν ἐκεῖνοι ποὺ μᾶς κάνουν νὰ θυμώνουμε;
Πῶς θὰ μπορούσαμε νὰ μάθουμε νὰ συγχωροῦμε ἂν δὲν ὑπῆρχαν αὐτοί μας ἔχουν προδώσει;
Πῶς θὰ μπορούσαμε νὰ ἀνακαλύψουμε τήν δύναμί μας ἂν δὲν ὑπῆρχαν ἐκεῖνοι ποὺ μᾶς ὑποτιμοῦν; Συνέχεια

Δὲν δίδουν νερό, δὲν παίρνουν νερό…

Ὅτανε ἤμανε μικρός, θυμᾶμαι ἐρώτηξα τὴν μάνναμ:

«Μάννα, αὐτοὶ ὄλοι ποὺ κάθουνται στὰ καφὲ (τότες) ἀφῆνεν τά ζωντανά πεινασμένα;;;»

Ἡ μάνναμ μὲ ἐκύτταξε στὰ μάτια. Ἐχαμογέλασε καὶ μὲ εἶπε:

«Αὐτόνων τὰ  ζῷα δὲν ἔχουν ψυχή, δὲν πεινοῦν καὶ δὲν διψοῦν… Αὐτοὶ εἶναι πάντα μόνοι. Δὲν δίδουν νερό, δὲν παίρνουν νερό… Δὲν δίδουν τροφή, δὲν παίρνουν τροφή…»

Συνέχεια

Γιατί πῆγα ἐκεῖ;

Τετάρτη ἀπόγευμα.  Δύσκολη ἡμέρα!!!
Στὶς 21:00 εἶχα μίαν συνάντησι, γιὰ θέμα ὑγείας, κάπου, ἀρκετὰ μακρύτερα ἀπὸ τὸ σπίτι μου.
Ἰατροὶ ὑπάρχουν πολλοί. Τῆς αὐτῆς εἰδικότητος, κοντὰ στὸ σπίτι μου, ἀλλὰ καὶ λίγο μακρύτερα.
Γιατί λοιπόν ἐξεσηκώθην νά κάνω ὁλόκληρο ταξείδι, σχεδόν, πρό κειμένου νά πάω ἐκεῖ εἰδικῶς;

Σὲ ὅλην τὴν διαδρομή, ἀπὸ τὸ μεσημέρι ποὺ ἔφυγα ἀπὸ τὸ σπίτι μου, μὲ ἀπησχολοῦσε ἐντόνως.
Γιατί νά πάω ἐκεῖ; Ποιός ὁ λόγος;
Εἶχα ἀγχωθεῖ. Οἱ ἐργασίες ποὺ ἔπρεπε νὰ κάνω πολλές, ἔως τὴν βραδυνή μου ἐπίσκεψι, κι ὁ χρόνος τσιτωμένος. Στὶς 16:30 πρέπει νὰ εἶμαι ἐκεῖ. Στὶς 17:15 ἐκεῖ. Στὶς 18:20 ἐκεῖ…
Συνέχεια

Ἐγώ, τὰ συναισθήματά μου καὶ οἱ ἄλλοι.

Ὁ πραγματικός μας κόσμος, αὐτὸς ἐντὸς τοῦ ὁποίου διαβιοῦμε, δὲν εἶναι ὁ κόσμος ποὺ θὰ θέλαμε, μὲ τὴν λογική μας, ἀλλὰ αὐτὸς ποὺ μᾶς ὁρίζουν τὰ αἰσθήματα καὶ τὰ συναισθήματά μας.
Ἕνα ἁπλὸ παράδειγμα εἶναι οἱ …αἰώνιες δίαιτες. Αὐτὲς ποὺ ξεκινοῦν ἀπὸ …Δευτέρα.
Ἀφ΄ ἑνὸς μᾶς κυβερνᾶ τὸ αἴσθημα, δῆλα δὴ τὸ θέλω μας, καὶ ἐπιλέγουμε τὴν βουλιμία ἀπὸ τὴν ἐγκράτεια, ἀφ΄  ἑτέρου, γιὰ νὰ φθάσουμε στὸ σημεῖον νὰ χρειαζόμεθα δίαιτα, σημαίνει πὼς νωρίτερα πάλι ἐπιτρέψαμε στὸ θέλω μας νὰ ἐκφρασθῇ, κι ὄχι στὸ «πρέπει» μας, ποὺ θὰ μᾶς ἐπέτρεπε νὰ ἔχουμε ἕνα ἀρμονικότερο σῶμα. Συνέχεια

Ναί, εἶμαι ἄνθρωπος σημαντικὸς καὶ ἡ ζωή μου μοῦ ἀνήκει!

Προσοχὴ ἀκολουθεῖ πολιτικὸ ἄρθρο

46 χρόνια μετὰ τὴ θλιβερὴ ἐπέτειο τοῦ Ἀπριλίου τοῦ 1967 διανύουμε ξανὰ μιὰ ἐποχὴ σκοταδιοῦ. Ὁ χῶρος τῆς πολιτικῆς ἔγινε ἕνας χῶρος θλιβερὸς ποὺ δὲν ἔχει πιὰ τὴν διαπερατότητα καὶ τὸ ἄνοιγμα ποὺ χαρακτηρίζει τοὺς χώρους τῆς Δημοκρατίας. Ἐπαυσε νὰ εἶναι ἕνας κόσμος ἀνταλλαγῆς ἰδεῶν καὶ μετατράπηκε σὲ χῶρο ἐγκλεισμοῦ ποὺ ἡ αἰσχρότητα τοῦ ἔγκειται στὸ ὅτι μιὰ χούφτα ἄνθρωποι αὐθαιρετοῦν σὲ βάρος μιᾶς ὁλοκλήρου χώρας. Τὰ δεδομένα ἔχουν ἀλλάξει, οἱ πλούσιοι δὲν ἔχουν πιὰ ἀνάγκη τοὺς φτωχοὺς γιὰ νὰ πλουτίζουν καὶ ἔτσι τὴ σχέσις ὑποτελείας, ὅπου ὁ μόχθος τοῦ ἐργάτου ἦταν προϋπόθεσις γιὰ τὸν πλοῦτο τοῦ ἀφεντικοῦ τὴν διεδέχθη μιὰ ἀκόμη δυστυχία, ὁ ἐργάτης νὰ μὴν εἶναι πιὰ ἐκμεταλλεύσιμος. Ἡ χώρα πωλεῖται σὰν οἰκόπεδο καὶ ἡ ἀξιοπρέπεια μᾶς καταπατᾶται. Ἡ κυβέρνησις ἔχει δημιουργήσει ἕνα νέο σύμπαν μὲ 3 βασικοὺς πλανῆτες, τῆς χυδαιότητος, τῆς φαυλότητος καὶ τὴν ἁρπακτικότητος. Συνέχεια