Κι ἐνᾦ διαβιοῦμε σὲ μίαν χώρα ποὺ γιὰ τὸ μόνον ποὺ προστατεύεται εἶναι ἡ ἀσυλία τῶν καταστροφέων της, φθάνουμε, ὁσονούπω, σὲ ἐκείνην τὴν περίοδο ποὺ τὸ αἷμα θὰ ῥέη δίπλα μας κι ἐμεῖς θὰ …σφυρίζουμε ἀδιάφορα, στρέφοντας τὴν κεφαλὴ ἀλλοῦ. Πολλῶ δὲ μᾶλλον ἐὰν αὐτὸ τὸ αἷμα θὰ εἶναι τὸ δικό μας.
Ὄχι διότι εἴμαστε ἀναίσθητοι, ἀλλὰ διότι τελικῶς ἡ φτώχεια, ἡ δυστυχία, ἡ ἀπογοήτευσις καταντοῦν, ἀργὰ ἀλλὰ σταθερά, πρώτη καὶ κυριοτέρα ἔκφρασις τῆς πραγματικότητός μας. Ποῦ νά κυττάξῃς καί νά μήν δῇς πόνο καί δυστυχία; Καί πόση δυστυχία κουβαλᾶ ὁ κάθε ἕνας ἀπό ἐμᾶς, μόνος του;
Συμβιβαζόμενοι ὅμως μὲ τὴν δυστυχία, τὴν μεταμορφώνουμε σὲ δευτέρα φύσιν μας… Γιὰ νὰ ἀπαλλαγοῦμε ἀπὸ αὐτὴν πρέπει νὰ ἀναγνωρίσουμε τὰ ὅσα μᾶς δεσμεύουν, νὰ ἐπαναστατήσουμε ἐναντίον τους καὶ νὰ τὰ ἀκυρώσουμε.
Ἀλλὰ αὐτὸ φαντάζει, γιὰ τὴν ὥρα, ἀδύνατον. Συνέχεια →