
Θὰ πρέπη, γιὰ ἀρχή, νὰ κατανοήσουμε πὼς οὐδέποτε θὰ μάθουμε κάτι, ἐὰν πρωτίστως δὲν εἴμαστε ἕτοιμοι νὰ τὸ κατανοήσουμε, νὰ τὸ σεβασθοῦμε, νὰ τὸ διαφυλάξουμε καί, ἐὰν ἀπαιτεῖται, νὰ τὸ μοιρασθοῦμε μὲ ἄλλους. Δὲν μπορεῖ, γιὰ παράδειγμα, ἕνα παιδὶ δημοτικοῦ νὰ κατανοήσῃ κβαντικὴ φυσική. Ἀπαιτῶνται βήματα γνωσιακὰ γιὰ νὰ μπορέσῃ νὰ φθάσῃ στὸ σημεῖον τοῦ νὰ ἀν Συνέχεια

Ὑπάρχουν κάποιες πολὺ ἐνδιαφέρουσες λεπτομέρειες, ποὺ (εἰδικῶς) αὐτὴν τὴν ἐποχή, καθορίζουν τὴν συνολική μας συμπεριφορά, ὡς ἀτόμων, ὄχι μόνον ἀπέναντι στὴν κοινωνία μας, ἀλλὰ κυρίως ἀπέναντι στοὺς ἑαυτούς. Αὐτὲς οἱ λεπτομέρειες σχετίζονται ἄμεσα μὲ τὸ ἐὰν διαθέτουμε, ἤ ὄχι, γενικὲς Ἀρχὲς περὶ Δικαίου μά, κυρίως, τὸ ἐὰν ὑφίσταται (ἢ ὄχι) ἀπόλυτος ἐσωτερικὴ δέσμευσις ἔναντι αὐτῶν τῶν Ἀρχῶν.
Ὅσο βαρὺ κι ἐὰν ἀκούγεται κάτι τέτοιο, ἰδίως στὶς ἡμέρες μας, ποὺ σχεδὸν ὅλα «τὰ σκιάζει ἡ φοβέρα καὶ ἡ σκλαβιά», τελικῶς ναί, ἔτσι ἀκριβῶς εἶναι. Κι αὐτὴ ἡ διαπίστωσις δὲν εἶναι δική μου, μὰ προέρχεται ἐκ τῆς παρατηρήσεως τῶν ἱστορικῶν γεγονότων καὶ μόνον.