Κατὰ Ἀριστοτέλη ἡ ἀρετὴ εἶναι ἀνάγκη, μοναδικὴ ἐπιλογή, στόχος τῆς ἀνθρωπότητος.
Κατὰ Δημητράκο ὅμως μαθαίνουμε πὼς ἡ ἀρετὴ εἶναι ἡ τελεία σωματικὴ διάπλασις, ἡ ὡραιότης καὶ γενικῶς ἡ τελειότης. Εἶναι ἐπίσης ἡ ὑπεροχὴ καὶ ἡ ἀνδρεία. Αἱ ἀρεταὶ εἶναι αἱ γενναῖαι πράξεις, τὰ προτερήματα.
Ἐπίσης ἀρετὴ σημαίνει ἡ ὑπόληψις, ὁ δόξα, ἡ εὐδοκίμησις καὶ ἡ θεάρεστος πράξις. Συνέχεια



Ἐγὼ ὀφείλω στὸν ἑαυτόν μου, στὴν κοινωνία μου καὶ στὰ πιστεύω μου νὰ πορεύομαι ἐκεῖ ποὺ ἡ συνείδησίς μου μοῦ ὁρίζει.