
Πρωτογνώρισα τοὺς τσιγγάνους ὡς φοιτητὴς στὰ 80s, στὸ ταξείδι μὲ τὴν ἁμαξοστοιχία Ἀθῆνα-Θεσσαλονίκη· τότε ποὺ τὸ ταξείδι διαρκοῦσε ἀπὸ 8-17 ὦρες μέσα σὲ κουπὲ ὀκτὼ (8) ἀτόμων. Συνήθως ἔκανα θαυμάσιες γνωριμίες στὴν διάρκεια αὐτῆς τῆς πολυώρου ταλαιπωρίας, ἐκτὸς μιᾶς σκοτεινῆς καὶ θυελλώδους νύκτας, ποὺ ἡ βροχὴ ἔπεφτε καταρρακτωδῶς· τότε εἴχα τὴν ἀτυχία νὰ πέσω σὲ κουπὲ μὲ γύφτους, ἐνῶ δὲν μποροῦσα νὰ ἀλλάξω θέση: ἀπίστευτη βρώμα καὶ ἀνυπόφορη βαβούρα. Φίλος μου, κνίτης τότε ποὺ τοὺς δικαιολογοῦσε· σήμερα μένει σὲ μονοκατοικία ἔξω ἀπὸ τὴν Κόρινθο, ἔχουν, δέ, μπουκάρῃ οἱ γῦφτοι σπίτι του δύο (2-3) φορές, τὴν ὥρα ποὺ κοιμᾶται μὲ τὴν οἰκογένειά του — ἔχει πολλάκις ἀναθεωρήσῃ τὶς τότε ταξικὲς ἀναλύσεις του. Στὸν στρατὸ φυσικὰ ἔβγαιναν μαζικὰ Ι5· ἀνίκανοι νὰ ὑπηρετήσουν (δεν εἶχε νόημα ἄλλωστε ἡ θητεία τους). Συνέχεια →