κι ἦλθαν κλαίγοντας…
Ῥακένδυτοι ζητιάνοι, πρώην λαμπροὶ νοικοκυραῖοι, δυὸ σταγόνες γάλα νὰ ζητήσουν καὶ μιὰ μπουκιὰ ψωμί. Εἶχαν ἄνετη ζωή, μὲ χρῆμα πλαστικὸ καὶ δάνεια σωρό. 10 φράγκα ἔπαιρναν, 30 ἐξόδευαν. Μὰ «δὲ βαριέσαι», ἔλεγαν. «Μιὰ ζωὴ τὴν ἔχουμε», ἔτρεχαν νὰ προσθέσουν. Εἶχαν βολέψει υἱούς, κόρες, ἀδέλφια στὸ Δημόσιο. Ἐψήφιζαν ὅποιον τοὺς ἔδιδε μιὰ θέσι στὴν ἀσφάλεια. Καὶ τώρα… ζητιάνοι στοὺς δρόμους, τὰ ἱδρύματα, τὶς ἐκκλησιές. Λίγα ψίχουλα ἀπ’ τὸν φιλάνθρωπο κορβανᾶ ζητοῦν. «Μᾶς ἐξεγέλασαν», λέν… «Μᾶς ἐκορόϊδευσαν» φωνάζουν… Συνέχεια





