Τιμιώτερον καὶ ἁγιώτερον ἐστὶν ἡ πατρὶς
Πλάτων, «Κρίτων»

Στὸν Κρίτωνα ὁ Σωκράτης, θεωρώντας ὅτι ἀδικήθηκε ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους καὶ ὄχι ἀπὸ τοὺς νόμους τῶν Ἀθηνῶν, ἐξηγεῖ στὸν στενό του φίλο γιατί ἡ ἀπόδρασίς του θὰ ἦταν ἀντίθετος στὸ δίκαιον καὶ μένει στὴν θέση του γιὰ νὰ ἐκτελεσθῇ:
Σωκράτης: Σύμφωνα λοιπὸν μὲ αὐτά, δῶσε τώρα προσοχή. Ἂν ἐμεῖς φύγουμε ἀπὸ δῶ χωρὶς [50a] νὰ πείσουμε τὴν Πολιτεία, βλάπτουμε κάποιους, καὶ μάλιστα ἐκείνους ποὺ δὲν πρέπει νὰ βλάψουμε καθόλου, ἢ ὄχι; Καὶ μένουμε ἔτσι σταθεροὶ σέ αὐτὰ πού συμφωνήσαμε πώς εἶναι δίκαια, ἢ δὲν μένουμε;
Κρότων: Δὲν μπορῶ, Σωκράτη, νὰ ἀπαντήσω σὲ αὐτὸ ποὺ μὲ ῥωτᾶς. Δὲν καταλαβαίνω τί θέλεις νὰ εἰπῇς. Συνέχεια



