Οἰκονομική γενοκτονία

 

Αυτό που στην πραγματικότητα απαιτείται δεν είναι τόσο η επανεκκίνηση της οικονομίας, όσο η επανεκκίνηση της δημοκρατίας – η οποία δυστυχώς έχει θαφτεί κάτω από τα ερείπια της παρακμής και της πολιτικής διαφθοράς που εξέθρεψε ο άκρατος νεοφιλελευθερισμός

Ο BBrecht είχε πει κάποτε πως, όταν το Άδικο κυριαρχήσει επί του Δικαίου, τότε η αντίσταση γίνεται καθήκον. Επομένως, ο απλός Έλληνας Πολίτης έχει καθήκον να αντισταθεί, όταν εκβιάζεται σε τέτοιο βαθμό – πολύ περισσότερο όταν η Δημοκρατία στη χώρα του (ότι έχει απομείνει από αυτήν, για να είμαστε ειλικρινείς) κινδυνεύει να καταλυθεί, από τις συγχρονισμένες ενέργειες του ΔΝΤ και της Γερμανίας.  

 Προσωπικά βλέπω μία μόνο λύση για την Ελλάδα, στην οποία επιχειρείται μία απίστευτη «οικονομική γενοκτονία»: την εξέγερση, με στόχο τη σύλληψη και την καταδίκη της συμμορίας εκείνων των διεφθαρμένων πολιτικών, οι οποίοι οδήγησαν ή/και οδηγούν τη χώρα τους στην καταστροφή. Στα πλαίσια αυτά, όποιος από τους γραφειοκράτες της ΕΕ και του ΔΝΤ δεν εξαφανιστεί, μέχρι να μετρήσει κανείς έως το τρία, θα πρέπει να έχει την ίδια ακριβώς μοίρα – τη σύλληψη του από τους Πολίτες και την καταδίκη του από την Ελληνική Δικαιοσύνη” (T.Mehner).

 “Ο πόλεμος των παιδιών του Σικάγου εναντίον του «κράτους πρόνοιας» και των δημοκρατικά εκλεγμένων κυβερνήσεων, υποσχόταν στην παγκόσμια ελίτ μία νέα πηγή πλουτισμού – μόνο που αυτή τη φορά, αντί για νέες περιοχές, το καινούργιο έδαφος που θα έπρεπε να κατακτηθεί ήταν το ίδιο το κράτος: με τις δημόσιες υπηρεσίες και την κρατική περιουσία να εκποιούνται, με αντίτιμο πολύ μικρότερο της αξίας τους……Για τους «κυρίαρχους του παιχνιδιού» οι οικονομικές καταστροφές, τεχνητές ή φυσικές, δεν αποτελούν προβλήματα προς επίλυση – αλλά πολύτιμες ευκαιρίες επέκτασης των συνόρων της δικής τους θρησκείας: του νεοφιλελευθερισμού” (Klein).

  Ανάλυση

 Δεν έχουμε καμία αμφιβολία σχετικά με το ότι η ελληνική κυβέρνηση, εάν συνεχίσει την ίδια πολιτική των υποκλίσεων και της υποτέλειας, θα αποτελέσει σύντομα έναν από τους πολλούς εφιάλτες του παρελθόντος – ιδίως επειδή αδυνατεί να υιοθετήσει μία αξιοπρεπή εθνική στάση, ενώ επικεντρώνεται στο δημόσιο χρέος, όταν το πρόβλημα είναι η ύφεση και η ανεργία. Το ίδιο ισχύει για την διορισμένη από τις αγορές και το τραπεζικό λόμπι ιταλική κυβέρνηση – όπως επίσης για την εκλεγμένη από ένα είδος «συλλογικής ανοησίας» ισπανική.

 Όσον αφορά τώρα την πρωσική Γερμανία, η σειρά της καγκελαρίου να τοποθετηθεί στην ουρά των αποτυχημένων θα έλθει το αργότερο, όταν οι Γερμανοί Πολίτες κατανοήσουν το μέγεθος της καταστροφής στη χώρα τους – η οποία θα πληρώσει πολύ ακριβά το τίμημα των εσφαλμένων αποφάσεων που οδηγούν, αργά αλλά σταθερά, στη διάλυση της Ευρωζώνης (ας ελπίσουμε στην ελεγχόμενη, με την επιστροφή στην αφετηρία του 1999).

 Περαιτέρω, εύλογα αναρωτιούνται πολλοί, σε σχέση με την Ελλάδα, για το ποιός θα μπορούσε να είναι ο διάδοχος στην εξουσία – απορρίπτοντας αρκετοί τον Σύριζα, τους Ανεξάρτητους Έλληνες και όλα τα υπόλοιπα κόμματα, παρά το ότι δεν τοποθετήθηκαν υπέρ της λεηλασίας και της άλωσης της Ελλάδας, όπως τα συγκυβερνώντα.

 Η αιτία δεν είναι τόσο οι πολιτικές διαφορές, οι οποίες υπό τις σημερινές συνθήκες μάλλον δεν αποτελούν προτεραιότητα, όσοκυρίως η έλλειψη κυβερνητικής εμπειρίας που χαρακτηρίζει όλα αυτά τα κόμματα – κάτι που είναι προφανώς εντός των πλαισίων της λογικής.

 Εν τούτοις, είναι πολύ δύσκολο να θεωρηθεί λογική εκείνη η επιλογή, με βάση την οποία προτιμάται ένας έμπειρος μεν, αλλά υποταγμένος στους κυρίαρχους του παιχνιδιού και ως εκ τούτου επικίνδυνος για το συλλογικό συμφέρον καπετάνιος – ο οποίος επί πλέον δεν κρατάει το λόγο του (προεκλογικές δεσμεύσεις) και οδηγεί συνεχώς το δύστυχο καράβι στις ξέρες (νέα υφεσιακά μέτρα 11,5 δις € κλπ.), επιτρέποντας παράλληλα τη λεηλασία του (αποκρατικοποιήσεις κοινωφελών και κερδοφόρων επιχειρήσεων του δημοσίου κα.) από τους πειρατές, είτε από φόβο, είτε σκόπιμα, είτε από ανικανότητα.

 Εκτός αυτού, ένας άπειρος καπετάνιος είναι συνήθως πολύ πιο προσεκτικός, τουλάχιστον κατά τα πρώτα βήματα του – κάτι που σε κάποιο βαθμό αποτελεί αντίβαρο στην απειρία του.

 Από την άλλη πλευρά όμως, είναι μάλλον απίθανο να επιτραπεί η ανάληψη της εξουσίας από «μη συμβεβλημένα με την Τρόικα» πολιτικά κόμματα – ενώ η άμεση καταδίκη της χώρας που τυχόν το τολμήσει στη θανατική ποινή (απομόνωση της από τις αγορές κλπ.), εκ μέρους των διεθνών τοκογλύφων και της λέσχης του διαβόλου, είναι κάτι παραπάνω από δεδομένη.

 Τι πρέπει να αποφασίσει λοιπόν ένας υπερήφανος λαός, ο οποίος έκανε δυστυχώς κρίσιμα και πολλά λάθη στο παρελθόν,όταν έρχεται αντιμέτωπος με τέτοια «εκρηκτικά» διλήμματα;

 (α)  Να συμπεριφερθεί «συνετά», να σκύψει δουλικά το κεφάλι, να δείξει ανοχή και να υποταχθεί στην άδικη μοίρα του, επιτρέποντας με βαριά καρδιά τη λεηλασία της πατρίδας του και αδιαφορώντας «καταναγκαστικά» για το μέλλον των παιδιών του;

 (β)  Να επιλέξει ένα κόμμα της σημερινής αντιπολίτευσης, όσο άπειρο ή μη συμβατό με την πολιτική του ιδεολογία και αν είναι, παίρνοντας παράλληλα το ρίσκο της καταδίκης της χώρας του στον Καιάδα, από τους οικονομικούς δολοφόνους; 

 (γ)  Να επαναστατήσει, ειρηνικά φυσικά («πολιτική ανυπακοή»), σταματώντας να πληρώνει λογαριασμούς, φόρους και χαράτσια, αρνούμενος συνειδητά να καταναλώσει και να εργασθεί, καθώς επίσης αποσύροντας όλες τις τραπεζικές του καταθέσεις – οδηγώντας το «δυτικό σύστημα» στην κατάρρευση, εάν βέβαια αυτό επιμείνει στην υποδούλωση της πλειοψηφίας και στο δίκαιο του ισχυροτέρου;

 (δ)  ‘Η μήπως να επιλέξει τη δεύτερη λύση (ένα κόμμα δηλαδή που δεν έχει κυβερνήσει μέχρι σήμερα και που σέβεται τη συλλογική απόφαση μη υποταγής στους διεθνείς τοκογλύφους), έχοντας ως προαποφασισμένη «ρεζέρβα», σαν όπλο και οχυρό καλύτερα απέναντι στις προβλεπόμενες επιθέσεις των οικονομικών δολοφόνων, την τρίτη λύση της «πολιτικής ανυπακοής»; Απλούστερα, εάν δεν υποστηριχθεί ενεργά από τους Πολίτες ένας «μη συμβατικός» ηγέτης, ο οποίος θα τολμήσει τη ρήξη με τους εισβολείς, είναι δυνατόν να υπάρξει αλλαγή;    

 Αίτημα στην ενδεχόμενη περίπτωση της πολιτικής ανυπακοής δεν θα ήταν η εξασφάλιση της βιωσιμότητας της Ελλάδας(χαμηλό επιτόκιο, μακροπρόθεσμες δόσεις αποπληρωμής με περίοδο χάριτος, εξόφληση των γερμανικών αποζημιώσεων για την παροχή ρευστότητας στην οικονομία, με στόχο την ανάπτυξη κλπ.), η εκδίωξη του ΔΝΤ, το σταμάτημα της λεηλασίας της ιδιωτικής και δημόσιας περιουσίας, καθώς επίσης η εγκατάσταση της άμεσης δημοκρατίας (συμμετοχή των πολιτών στην ψήφιση των βασικών νόμων και στη διαχείριση των κοινών), ως όπλο απέναντι στην πολιτική ανεπάρκεια και διαφθορά;      

 Δύσκολο να απαντηθούν υπεύθυνα τόσο επώδυνα και πολύπλοκα ερωτήματα – εκτός εάν οι πολίτες της χώρας επιλέξουν την εθνική ανεξαρτησία και την ελευθερία τους πάση θυσία, όπως οι πρόγονοι τους άπειρες φορές στο παρελθόν. Άλλωστε είναι σε όλους γνωστό το ότι, θέλει αρετή και τόλμη η ελευθερία.       

 

ΟΙ ΙΔΙΑΙΤΕΡΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥ ΧΡΕΟΥΣ

 Η γνώση είναι προφανώς δύναμη, όπως γνωρίζουν καλύτερα από εμάς όλοι αυτοί που προσπαθούν συνεχώς να την εμποδίσουν –με τη βοήθεια ορισμένων διατεταγμένων ΜΜΕ, πολιτικών κομμάτων και άλλων «οργανώσεων χειραγώγησης της κοινής γνώμης». Στα πλαίσια αυτά, είναι ίσως απαραίτητο να τονίσουμε ακόμη μία φορά πως το πρόβλημα ενός κράτους δεν είναι αυτού καθαυτού το δημόσιο χρέος, όσο οι δυνατότητες ή μη της εξυπηρέτησης του – οι οποίες εξαρτώνται τόσο από τους δανειστές, όσο και από τους οφειλέτες.

 Ειδικότερα, στην οικονομία δεν υπάρχει καμία γενικά αποδεκτή θεωρεία σε σχέση με το ύψος του χρέους ενός κράτους, απόλυτο ή ποσοστιαίο, το οποίο μπορεί να θεωρηθεί διαχειρίσιμο. Η Αργεντινή χρεοκόπησε με ένα δημόσιο χρέος της τάξης του 65% του ΑΕΠ της, ενώ η Ιαπωνία δεν αντιμετωπίζει σήμερα κανένα πρόβλημα, παρά το ότι το χρέος της υπερβαίνει το 230% του ΑΕΠ της – όπως επίσης όχι οι Η.Π.Α., με χρέος άνω του 100%.    

 Το χρέος της  Μ. Βρετανίας, μετά το 2ο παγκόσμιο πόλεμο, αντιστοιχούσε στο 250% του ΑΕΠ της, χωρίς να της συμβεί κάτι – ενώ σήμερα, αν και το δημόσιο χρέος της είναι ανάλογο με το γερμανικό (85%), το οποίο δεν δημιουργεί κανένα πρόβλημα στη Γερμανία, η Μ. Βρετανία είναι βυθισμένη σε μία κρίση άνευ προηγουμένου (η οποία θα κορυφωθεί πιθανότατα μετά τους ολυμπιακούς αγώνες).

 Όπως φαίνεται λοιπόν, η διαχειρισιμότητα του δημοσίου χρέους είναι συνάρτηση πολλών διαφορετικών παραγόντων, μεταξύ των οποίων οι μελλοντικές προοπτικές, η σταθερότητα μίας οικονομίας, το ύψος της ανεργίας, η ανάπτυξη, η γνώμη του υπολοίπου κόσμου κλπ. – όπου ειδικά όσον αφορά τη γνώμη του υπολοίπου κόσμου, τη θετική ή αρνητική εικόνα μίας χώρας δηλαδή στο εξωτερικό, το έγκλημα της προηγούμενης κυβέρνησης είναι κάτι περισσότερο από φανερό (Τιτανικός, κατηγορίες του τότε πρωθυπουργού στη διεθνή κοινότητα για «συλλογική διαφθορά» των Ελλήνων κλπ.).

 Εν τούτοις, αν και δεν υπάρχει καμία γενικής ισχύος θεωρεία, η ιστορική μελέτη παρελθόντων κρίσεων των Rogoff-Reinhart απέδειξε ότι, εάν το ύψος του χρέους μίας χώρας ξεπεράσει το 90% του ΑΕΠ της, τότε οι προοπτικές ανάπτυξης της οικονομίας της μειώνονται σε μεγάλο βαθμό – οπότε εισέρχεται σε έναν καθοδικό σπειροειδή κύκλο, με αρνητικά αποτελέσματα.

 Το ίδιο συμπεραίνεται και από μία μελέτη της κεντρικής τράπεζας των κεντρικών τραπεζών (BIS), όπου για τον ιδιωτικό τομέα (νοικοκυριά) το όριο είναι χαμηλότερο του 90%, ενώ για τις επιχειρήσεις υψηλότερο.

 Από την άλλη πλευρά βέβαια, σύμφωνα με πολλούς οικονομολόγους, η στατιστική δεν μας ενημερώνει σε σχέση με τις αιτίες, οι οποίες προκαλούν τα αποτελέσματα που αναδεικνύει η έρευνα – οπότε αναρωτιέται εύλογα κανείς, εάν τα κράτη αναπτύσσονται λιγότερο, επειδή τα χρέη τους είναι υψηλά, ή εάν ο χαμηλός ρυθμός ανάπτυξης τους αυξάνει τα χρέη τους.

 Περαιτέρω, δύο από τους σημαντικότερους παράγοντες της διαχειρισιμότητας του δημοσίου χρέους, είναι το επιτόκιο δανεισμού ενός κράτους, καθώς επίσης ο ρυθμός της ονομαστικής (συνυπολογιζομένου του πληθωρισμού) ανάπτυξης του – όπου από τον παρακάτω «οικονομικό τύπο» συμπεραίνεται το ποσοστό του πρωτογενούς πλεονάσματος (προ τόκων και χρεολυσίων) που οφείλει να επιτύχει μία χώρα, για να πάψει να αυξάνεται το χρέος της: 

 (Επιτόκιο – Ονομαστική Ανάπτυξη) Χ δημόσιο χρέος ως προς ΑΕΠ

____________________________________________________

 

100

Με βάση των παραπάνω τύπο, εάν μία χώρα δανείζεται με 4% επιτόκιο και ο ρυθμός ανάπτυξης της (ονομαστική αύξηση του ΑΕΠ) είναι 2%, ενώ το χρέος της ως προς το ΑΕΠ της είναι 110%, τότε θα πρέπει να επιτυγχάνει πρωτογενή πλεονάσματα (4-2) Χ 110 / 100 – ήτοι 2,2% του ΑΕΠ της, για να ελέγχει το χρέος της (να μην αυξάνεται).

 Στα πλαίσια αυτά, όταν μία χώρα ευρίσκεται σε ύφεση (αρνητικός ρυθμός ανάπτυξης), ενώ επιβαρύνεται με οποιοδήποτε θετικό επιτόκιο, όπως συμβαίνει με την Ελλάδα, είναι εντελώς αδύνατος ο έλεγχος του χρέους της – ενώ συνήθως, όταν ο περιορισμός των δημοσίων δαπανών της έχει φτάσει στα ανώτατα όρια, χωρίς να ακολουθήσει ανάπτυξη, η χώρα οδηγείται στηναπόλυτη χρεοκοπία.    

 Στο παράδειγμα της Ιταλίας τώρα, όπου το επιτόκιο δανεισμού της σήμερα είναι της τάξης του 6%, η ονομαστική αύξηση του ΑΕΠ της 2%, ενώ το δημόσιο χρέος της 120% του ΑΕΠ της, η χώρα θα έπρεπε να επιτύχει πρωτογενή πλεονάσματα ίσα με το 4,8% του ΑΕΠ της (όπως φαίνεται από τον υπολογισμό που ακολουθεί), για να μπορέσει να σταθεροποιήσει το χρέος της στο 120% – οπότε, με δεδομένο το ρυθμό ανάπτυξης, θα έπρεπε να μεγεθυνθούν αντίστοιχα τα φορολογικά έσοδα ή να μειωθούν οι δαπάνες (οι οποίες επιλέγονται αντί της αύξησης των εσόδων, επειδή είναι ευκολότερο και πιο ρεαλιστικό να επιτευχθούν – αν και εις βάρος των αδύναμων κυρίως εισοδηματικών στρωμάτων).

 

(6-2) Χ 120

            __________   =  4,8

 

100

 

Με το ΑΕΠ της Ιταλίας όμως στα 2,2 τρις $, η μείωση των δαπανών θα έπρεπε να είναι της τάξης των 105 δις $ – ένα μάλλον ουτοπικό νούμερο οπότε, εάν δεν υπάρξει ανάπτυξη ή δεν μειωθούν δραστικά τα επιτόκια, η Ιταλία θα χρεοκοπήσει πολύ σύντομα. Οι λύσεις λοιπόν που της απομένουν είναι

 (α)  είτε η χρηματοδότηση της με χαμηλά επιτόκια, μέσω της έκδοσης ευρωομολόγων από την ΕΚΤ,

 (β)  είτε η έξοδος της από την Ευρωζώνη – κάτι που φυσικά θα οδηγούσε στην κατάρρευση του κοινού νομίσματος και στην ολοκληρωτική διάλυση.

 Συνεχίζοντας, η Ιαπωνία μπορεί να επιβιώνει με τόσο μεγάλο δημόσιο χρέος (όπως επίσης οι Η.Π.Α.), επειδή το επιτόκιο δανεισμού της είναι σχεδόν μηδενικό, ενώ ο ρυθμός ανάπτυξης της ελαφρά θετικός. Όταν δε τα ονομαστικά επιτόκια δανεισμού είναι ίδια με τον ονομαστικό ρυθμό ανάπτυξης, οπότε η διαφορά τους στον παραπάνω μαθηματικό τύπο είναι μηδέν, τότε είναι θεωρητικά δυνατή η επιβίωση μίας χώρας, ανεξαρτήτως του ύψους του δημοσίου χρέους της – επειδή το μηδέν επί το οτιδήποτε μας δίνει ξανά μηδέν.

 Αντίθετα η Ισπανία και οι επόμενες χώρες που θα την ακολουθήσουν, με σημαντικότερη τη Γαλλία, παρά το χαμηλό δημόσιο χρέος της σε σχέση με το ΑΕΠ (70%), είναι υποχρεωμένη να περιορίζει συνεχώς τις δαπάνες της, αφού αντιμετωπίζει ήδη αρνητική ανάπτυξη, όπως και η Ελλάδα – γεγονός που όμως επιδεινώνει την ύφεση, οδηγώντας τη χώρα στον καθοδικό σπειροειδή κύκλο του διαβόλου, ο οποίος τελειώνει με εκρηκτικές χρεοκοπίες.       

 Από τα παραπάνω φαίνεται μεταξύ άλλων ότι, μία νομισματική ένωση χρειάζεται απαραίτητα να ολοκληρώνεται με τηδημοσιονομική ένωση – αφού, χωρίς αυτήν, οι χώρες που την συναποτελούν οδηγούνται εύκολα στη χρεοκοπία, ακόμη και αν το δημόσιο χρέος τους είναι σχετικά χαμηλό (όπως στο παράδειγμα της Ισπανίας, η οποία οφείλει λιγότερα από τη Γερμανία). Η δημοσιονομική ένωση όμως με τη σειρά της προϋποθέτει την πολιτική – κάτι μάλλον δύσκολο να συμβεί στην Ευρώπη, ειδικά όσο η Γερμανία επιμένει στην ηγεμονική της πολιτική.

 ΕΝΔΙΑΜΕΣΑ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ

 Το ανώτατο όριο του 90% χρέους ως προς το ΑΕΠ ισχύει για φυσιολογικές εποχές, με φυσιολογικά επιτόκια και με φυσιολογικούς ρυθμούς ανάπτυξης. Στη σημερινή εποχή, το 90% δεν είναι επικίνδυνα υψηλό για κράτη με αυτόνομη νομισματική πολιτική, όπως οι Η.Π.Α. και η Ιαπωνία – αλλά πολύ υψηλό για χώρες που ανήκουν σε μία νομισματική ένωση, μη έχοντας τη δυνατότητα να περιορίσουν το επιτόκιο δανεισμού τους, όπως συμβαίνει στην Ευρωζώνη.

 Η έξοδος δε ενός κράτους από την Ευρωζώνη, όπως ενδεχομένως της Ελλάδας, με την επιστροφή της στη δραχμήείναι τότε μόνο βιώσιμη, όταν το επιτόκιο δανεισμού της είναι χαμηλότερο από το ρυθμό της ονομαστικής της ανάπτυξης – γεγονός που συνήθως εξασφαλίζεται με τη βοήθεια του υπερπληθωρισμού (μέθοδος του ΔΝΤ), ο οποίος όμως έχει καταστροφικές συνέπειες για τις ασθενέστερες κυρίως εισοδηματικές τάξεις.

 Βέβαια, η παραμονή του ιδιωτικού (τράπεζες, επιχειρήσεις) και δημοσίου χρέους σε ευρώ, η οποία εξασφαλίσθηκε για τους δανειστές από την εγκληματική διαγραφή χρέους (άρθρο μας), καθιστά εντελώς αδύνατη την επιβίωση της Ελλάδας, μετά από τυχόν επιστροφή της στο εθνικό νόμισμα – εκτός εάν διαγραφούν όλα της τα χρέη, της επιτραπεί η μετατροπή τους σε δραχμές ή επιλεχθεί ένας συνδυασμός και των δύο.          

 Η ΓΕΡΜΑΝΙΑ

 Ο μόνος λόγος που συνεχίζει να επιβιώνει η Γερμανία εντός της ένωσης, έχοντας ελάχιστα προβλήματα παρά το σχετικά «οριακό» δημόσιο χρέος της (85% του ΑΕΠ), είναι το χαμηλό επιτόκιο δανεισμού της (απόδοση ομολόγων του δημοσίου), σε συνδυασμό με τον μεγαλύτερο του επιτοκίου ρυθμό ανάπτυξης της – παράγοντες που οφείλονται όμως κυρίως στη συνδρομή των υπολοίπων «εταίρων» της, καθώς επίσης στην ίδια την κρίση χρέους της Ευρωζώνης.

 Εν τούτοις, σύμφωνα με μία πρόσφατη ανάλυση, τα ομόλογα του γερμανικού δημοσίου δεν θα διατηρήσουν για πολύ τη θέση τους, ως το «σίγουρο λιμάνι» της Ευρωζώνης – οπότε θα αυξηθούν τα επιτόκια δανεισμού της χώρας, παράλληλα με τη μείωση του ρυθμού ανάπτυξης της. Η αιτία είναι το ότι σύντομα οι εταίροι της Γερμανίας, όπως και οι αγορές, θα καταλάβουν πωςοι επιτυχίες της στην ΕΕ στηρίζονται αφενός μεν στη διατήρηση χαμηλών μισθών (μισθολογικό dumping), όπως φαίνεται από το διάγραμμα που ακολουθεί, αφετέρου στη μαζική προώθηση των εξαγωγών, με τη βοήθεια των τραπεζών της.

   Πάντοτε κατά την ίδια μελέτη, η ευρέως διαδεδομένη άποψη, σύμφωνα με την οποία οι επιτυχίες της Γερμανίας των τελευταίων ετών έχουν καλυτερέψει σε τέτοιο βαθμό την οικονομική της κατάσταση, ώστε να μην εξαρτάται από τη συμμετοχή της στη ζώνη του ευρώ (οπότε να της είναι αδιάφορο το ενδεχόμενο ενός ευρωπαϊκού κραχ), είναι απολύτως εσφαλμένη.

 Επειδή δε οι Γερμανοί εργαζόμενοι δεν εισέπραξαν τίποτα από τις επιτυχίες και τα πλεονάσματα των τελευταίων ετών, τα οποία οδηγήθηκαν αποκλειστικά και μόνο στις πολυεθνικές επιχειρήσεις και στις τράπεζες, η κατάσταση της Γερμανίας είναι πολύ λιγότερο σταθερή, από αυτήν που παρουσιάζεται – τόσο εκ μέρους της πολιτικής της ηγεσίας, όσο και της «διαπλεκόμενης» ευρωπαϊκής. 

 Απλούστερα το δήθεν γερμανικό θαύμα, όπως έχουμε και εμείς επισημάνει σε αρκετές αναλύσεις μας, δεν στηρίζεται σε μία έξυπνη αύξηση της παραγωγικότητας, αλλά σε ένα ανόητο και άδικο μισθολογικό dumping, καθώς επίσης στην παροχή αδικαιολόγητα αυξημένων πιστώσεων προς τους πελάτες-εταίρους της. Ειδικότερα, όπως το πρόβλημα της Ελλάδας ήταν η υπερκατανάλωση μέσω δανεισμού, το πρόβλημα τις Γερμανίας ήταν (είναι) οι υπερεξαγωγές, μέσω πιστώσεων χαμηλής εξασφάλισης.

 Περαιτέρω, με βάση τις πολυσέλιδες στατιστικές που τεκμηριώνουν απόλυτα τη μελέτη του γερμανικού οικονομικού ινστιτούτου, τα διάφορα προγράμματα διάσωσης που ψήφισε η καγκελάριος αφορούσαν πολύ λιγότερο τα κράτη και τις ξένες τράπεζες(όπως για παράδειγμα τις ισπανικές). Ουσιαστικά αποσκοπούσαν στο να υποχρεώσουν τους λαούς της Ευρώπης να εγγυηθούν για τις τεράστιες απαιτήσεις των γερμανικών και γαλλικών τραπεζών – επίσης των πολυεθνικών επιχειρήσεων των δύο χωρών. Ακόμη και τα πακέτα δήθεν στήριξης της Ελλάδας, σχεδόν στο σύνολο τους, δεν χρησιμοποιήθηκαν στην οικονομία της, αλλά επιστράφηκαν ξανά στην Ευρώπη, για την εξυπηρέτηση τόκων και χρεολυσίων.   

 ΟΙ αγορές ομολόγων φαίνεται πλέον να κατανοούν τα παραπάνω – ιδιαίτερα εκείνες, οι οποίες συνήθως προηγούνται των υπολοίπων, όπως για παράδειγμα οι αγορές των CDS. Το γεγονός αυτό τεκμηριώνεται από το ότι, το ύψος των ασφαλίστρων κινδύνου της Γερμανίας (CDS) έχει σχεδόν δεκαπλασιαστεί, μέσα σε ελάχιστο χρονικό διάστημα και παρά τις χαμηλές αποδόσεις των ομολόγων – τα επιτόκια των οποίων θα έπρεπε να είναι διπλάσια των σημερινών, πάντοτε κατά το γερμανό οικονομολόγο.  

 

Όπως και εμείς σε παλαιότερο άρθρο μας, έτσι και ο Γερμανός αποδίδει το χαμηλό ύψος των επιτοκίων δανεισμού της χώρας του στην υποψία υιοθέτησης του μάρκου εκ μέρους των επενδυτών – οπότε η αξία των ομολόγων θα αυξανόταν τουλάχιστον κατά 30%, σαν αποτέλεσμα μίας ανάλογης ανατίμησης του μάρκου. 

 Εν τούτοις, κατά τον ίδιο, έχουν ήδη εμφανιστεί ανησυχητικές ενδείξεις απόδρασης κεφαλαίων από την Ευρώπη – μία από τις οποίες είναι η ανακοίνωση πολλών επενδυτικών τραπεζών να σταματήσουν (κλείσουν) τις τοποθετήσεις τους, όσον αφορά τα συναλλαγματικά διαθέσιμα σε ευρώ (Euromoney market funds).

 Μία επόμενη πηγή ανησυχίας είναι οι μεγάλες τράπεζες της Γερμανίας, οι οποίες ευρίσκονται αντιμέτωπες με σημαντικά προβλήματα χρηματοδότησης – ειδικά η Deutsche Bank, η οποία έχει τεράστια κενά ρευστότητας, μέγεθος ίσο με το 80% του ΑΕΠ της Γερμανίας και μόχλευση 50% μεγαλύτερη από αυτήν της Lehman Brothers, τη στιγμή της χρεοκοπίας της.

 Το μεγαλύτερο δε πρόβλημα των γερμανικών τραπεζών δεν είναι τα ομόλογα δημοσίου των χωρών του Νότου, τα οποία κατάφεραν να «ξεφορτώσουν» στο παρελθόν με τη βοήθεια της καγκελαρίου, αλλά τα δάνεια τους στα νοικοκυριά και στις επιχειρήσεις αυτών των χωρών, με στόχο την αύξηση των γερμανικών εξαγωγών – ειδικά στην Ιταλία και στην Ισπανία. Εάν τώρα επιβραδυνθούν οι εξαγωγές, πολλές γερμανικές επιχειρήσεις θα χρεοκοπήσουν – οπότε θα επιδεινωθεί ακόμη περισσότερο η θέση των γερμανικών τραπεζών.

  Ουσιαστικά λοιπόν πλησιάζει η τιμωρία της Γερμανίας για τη λανθασμένη πολιτική που ακολούθησε, μετά το ξέσπασμα της χρηματοπιστωτικής κρίσης. Εκείνη την εποχή η κυβέρνηση αποφάσισε να διασώσει τις τράπεζες της με την παροχή εγγυήσεων ύψους 480 δις € – για τα οποία είναι δυστυχώς υπεύθυνοι οι γερμανοί πολίτες. Οι εγγυήσεις αυτές, αργά ή γρήγορα, θα πρέπει να πληρωθούν – κάτι που θα έχει ανυπολόγιστες συνέπειες για το κράτος, πόσο μάλλον σε συνδυασμό με την έκθεση της κεντρικής τράπεζας στην ΕΚΤ (πάνω από 700 δις €), την παροχή εγγυήσεων σε άλλες χώρες κοκ.          

 Κλείνοντας, η οικονομική κατάσταση της Γερμανίας είναι κατά πολύ χειρότερη, από αυτήν που παρουσιάζεται στους πολίτες της και στις αγορές. Εάν δε πράγματι «κλιμακωθεί» η αποχώρηση των διεθνών κεφαλαίων από την ΕΕ, η Γερμανία θα βρεθεί αντιμέτωπη με ένα τεράστιο πρόβλημα, όσον αφορά τη χρηματοδότηση της (μεταξύ άλλων «εστιών πυρκαγιάς», όπως των πολλών χρεοκοπημένων ομοσπονδιακών κρατιδίων, το γερμανικό δημόσιο πρέπει να δανεισθεί περί τα 260 δις € από τις διεθνείς αγορές για το 2012).

 

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

 Όπως έχουμε ήδη αναφέρει, σε μία από τις πιο φτωχές περιοχές της Ισπανίας, τα μέλη ενός πολύ μικρού εργατικού συνδικάτου, επιτέθηκαν και λεηλάτησαν ένα σουπερμάρκετ – λειτουργώντας στη συνέχεια ως σύγχρονοι «Ρομπέν των δασών», αφού μοίρασαν όλα τα τρόφιμα που έκλεψαν σε φτωχούς συμπολίτες τους.
Την αμέσως επόμενη ημέρα, ανάγκασαν ένα άλλο σουπερμάρκετ να τους «δωρίσει» την ίδια ποσότητα τροφίμων, τα οποία επίσης διατέθηκαν στους φτωχούς – γεγονότα που τεκμηριώνουν το μέγεθος των προβλημάτων της Ισπανίας, η κυβέρνηση της οποίας πολλαπλασιάζει και αυξάνει συνεχώς τα μέτρα λιτότητας, τα οποία της επιβλήθηκαν από τη Γερμανία.
Είναι αλήθεια δυνατόν κάτω από αυτές τις προϋποθέσεις, ειδικά σε συνθήκες κρίσης, ύφεσης, εκρηκτικής ανεργίας και εξαθλίωσης των μαζών, να μην δημιουργηθούν ακραία «εθνικιστικά κινήματα», να μην προκληθούν εμφύλιοι ή/και διακρατικοί πόλεμοι, να μην αυξηθεί επικίνδυνα η εγκληματικότητα, να αντιμετωπισθεί αποτελεσματικά η ραγδαία λαθρομετανάστευση (με πιθανό στόχο τη μείωση των μισθών των εργαζομένων σε επίπεδα Κίνας, καθώς επίσης την «εθνική διάβρωση» τους), να μην καταρρεύσουν οι ευρωπαϊκές οικονομίες η μία μετά την άλλη, να μην επικρατήσει το χάος και να επιβιώσει το ευρώ;

 

«Πολύ δύσκολο.…μάλλον απίθανο», θα απαντούσαμε αμέσως, χωρίς δεύτερη σκέψη. «Απόλυτα αναγκαίο όμως σήμερα, περισσότερο από ποτέ», θα συμπληρώναμε την ίδια στιγμή, αναλογιζόμενοι τις επώδυνες εναλλακτικές δυνατότητες για την Ελλάδα, για την Ισπανία και για το σύνολο της ευρωπαϊκής οικογένειας. «Φυσικά σε σωστές λειτουργικές βάσεις, δημοκρατικές, ισότιμες και κοινωνικά δίκαιες, με την ταυτόχρονη κατάργηση της δικτατορίας των τραπεζών και την τιμωρία των όποιων πολιτικών συνεργών της», θα ολοκληρώναμε τη  απάντηση μας.

 Στα πλαίσια αυτά και παρά τα βαριά σύννεφα που καλύπτουν τον ουρανό της Ελλάδας, της Ευρώπης και της υπόλοιπης Δύσης, έχουμε την άποψη ότι τελικά θα βρεθούν οι σωστές λύσεις – οι οποίες φυσικά προϋποθέτουν τη γνώση, την «αφύπνιση» και την ενεργό συμμετοχή των Πολιτών στην οικονομική, στην πολιτική, στην κοινωνική και στην πολιτισμική «διαχείριση» των κοινοτήτων, των δήμων, των περιφερειών, των χωρών και της ηπείρου τους.  

 Άλλωστε, αυτό που στην πραγματικότητα απαιτείται διεθνώς δεν είναι τόσο η επανεκκίνηση της οικονομίας, όσο η επανεκκίνηση της δημοκρατίας – η οποία δυστυχώς έχει θαφτεί κάτω από τα ερείπια της παρακμής και την οικονομική γενοκτονία που προκαλεί ο άκρατος νεοφιλελευθερισμός.     

 Βασίλης Βιλιάρδος  (copyright)

Αθήνα, 12. Αυγούστου 2012

[email protected]     

Facebook   Twitter    Netlog

                                       

    Ο κ. Β. Βιλιάρδος είναι συγγραφέας, οικονομολόγος, πτυχιούχος της ΑΣΟΕΕ Αθηνών, με μεταπτυχιακές σπουδές στο Πανεπιστήμιο του Αμβούργου. Έχει εκδώσει πρόσφατα τρία βιβλία της σειράς «Η κρίση των κρίσεων» (διάθεση με παραγγελία στο kb@kbanalysis.com).

 www.cass.gr

 

 

 

(Visited 10 times, 1 visits today)




Leave a Reply